Εντεκα χρόνια μετά τον θάνατο του Βαγγέλη Γιακουμάκη, η υπόθεσή του εξακολουθεί να επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση κάθε φορά που έρχονται στο φως περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. Για τον πολύπειρο αστυνομικό συντάκτη Αλέξανδρο Καλαφάτη, δεν επρόκειτο ποτέ για ακόμη ένα ρεπορτάζ. Ηταν η υπόθεση που τον σημάδεψε περισσότερο από κάθε άλλη στα χρόνια της δημοσιογραφικής πορείας του.

Το 2015 παρακολούθησε από κοντά την έρευνα γύρω από την εξαφάνιση και τον θάνατο του νεαρού σπουδαστή. Χρόνια αργότερα, ένιωσε την ανάγκη να επιστρέψει σε εκείνη την ιστορία, όχι μέσα από ένα δημοσιογραφικό κείμενο αλλά μέσα από τη λογοτεχνία. Να προσεγγίσει τα ερωτήματα που άφησε πίσω της, να φωτίσει τις σιωπές, τις ευθύνες και τις ανθρώπινες συμπεριφορές που συχνά μένουν στη σκιά των γεγονότων. Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε το μυθιστόρημα «Το τέρας σε κοιτά απ’ το θρανίο» (Κάπα Εκδοτική), που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
«Ενιωσα ότι ήθελα να μιλήσω γι’ αυτή την ιστορία με έναν διαφορετικό τρόπο. Οχι απλώς παραθέτοντας γεγονότα, αλλά επιχειρώντας να αγγίξω βαθύτερα ζητήματα. Πίστευα ότι μέσα από το μυθιστόρημα θα μπορούσα να περάσω περισσότερα μηνύματα», εξηγεί στην «Κ».
Παρότι η αφετηρία του βιβλίου στέκεται στην υπόθεση Γιακουμάκη, ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να την αναπαραστήσει. Αντίθετα, δημιουργεί μια νέα ιστορία με δικούς της χαρακτήρες και δική της πλοκή, διατηρώντας στον πυρήνα της το ζήτημα του μπούλινγκ, της απομόνωσης και της σιωπής.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Σταυρής, ένας 18χρονος που φεύγει από το πατρικό του σπίτι για να σπουδάσει. Οταν γίνεται στόχος εκφοβισμού, βρίσκει καταφύγιο σε μια μικρή εκκλησία, όπου γνωρίζει τον παπα-Χαράλαμπο, μια μορφή που θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή του. Την ίδια ώρα, ένας αστυνομικός προσπαθεί να ξετυλίξει το νήμα μιας υπόθεσης γεμάτης κενά, αντιφάσεις και αναπάντητα ερωτήματα. Ωστόσο, γρήγορα συνειδητοποιεί ότι μπροστά του έχει μόνο θεριεμένους τοίχους.
«Ηξερα ότι πολλοί αναγνώστες θα μπορούσαν να ταυτιστούν με αυτή την ιστορία, γιατί ο καθένας μπορεί να δει σε αυτήν ένα κομμάτι του εαυτού του, όπως συνέβη και με εμένα», λέει ο Αλέξανδρος Καλαφάτης και συμπληρώνει: «Αυτό μου δημιούργησε μια ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη ως προς τον τρόπο που θα τη χειριζόμουν και θα την έγραφα». Ο δημοσιογράφος σημειώνει ότι η λογοτεχνία απαιτεί διαφορετική προσέγγιση από αυτή του αστυνομικού ρεπορτάζ, καθώς προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερία στην ανάπτυξη χαρακτήρων και συναισθημάτων. «Εδώ η γραφή είναι πιο απελευθερωμένη», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Για τον ίδιο, ωστόσο, το βιβλίο δεν αφορά μόνο το θύμα. Αφορά εξίσου εκείνους που βρίσκονται γύρω του: όσους βλέπουν, όσους γνωρίζουν, όσους αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει αλλά επιλέγουν να μην αντιδράσουν.
«Περισσότερο από τις απαντήσεις, με ενδιέφεραν τα ερωτήματα. Η σιωπή, η αδιαφορία, η στάση εκείνου που κοιτάζει αλλού ενώ δίπλα του κάποιος υποφέρει», λέει χαρακτηριστικά.
Το «τέρας»
Το «τέρας» του τίτλου δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά που μπορεί να εμφανιστεί από πολύ νωρίς στη ζωή ενός ανθρώπου και να τον συνοδεύει επί χρόνια. Για τον Αλέξανδρο Καλαφάτη, γεννιέται μέσα στο σχολικό περιβάλλον, εκεί όπου συχνά εκδηλώνονται οι πρώτες εμπειρίες εκφοβισμού, χωρίς όμως να περιορίζεται στα μαθητικά χρόνια.
«Το “τέρας” του τίτλου είναι το ίδιο το μπούλινγκ. Ξεκινά από το θρανίο, από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας στο σχολείο, αλλά πολλές φορές δεν μένει εκεί. Μπορεί να συνεχίσει να μας ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή μας», λέει.
Σε αυτή ακριβώς τη διαπίστωση βρίσκεται και ο πυρήνας του βιβλίου: η συνειδητοποίηση ότι ο εκφοβισμός μπορεί να αλλάζει μορφές, πρόσωπα και περιβάλλοντα, χωρίς ποτέ να παύει να αφήνει το αποτύπωμά του. Τα τραύματα που δημιουργεί συχνά επιβιώνουν πολύ περισσότερο από το ίδιο το γεγονός.
Τη μεταμόρφωση αυτού του «τέρατος» φωτίζει και ο Μάνος Χατζιδάκις, σε ένα κείμενο που ο συγγραφέας επικαλείται για να εξηγήσει τον συμβολισμό του τίτλου. «Γιατί θα τον ξαναδώ: εισπράκτορα, εκπαιδευτή στον στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει. Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη».

