Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας είχε συχνά σκυμμένο το κεφάλι, με μια αδιόρατη θλίψη να κυκλώνει τη φωνή και τα μάτια του. Ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ όταν μιλάει για τον πατέρα του μεταμορφώνεται σε παιδί που έχασε ξαφνικά κάτι πολύ δικό του. Το βιβλίο του «Ο κηπουρός και ο θάνατος» (εκδ. Ικαρος, μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου) αναφέρεται σε αυτή την απώλεια με έναν εντελώς ποιητικό και βαθιά ανθρώπινο τρόπο. Είναι ο μετασχηματισμός του πένθους σε λέξεις γεμάτες φως. Τον συναντήσαμε στο περιθώριο της επίσκεψής του στην Αθήνα και μίλησε στην «Κ» για τη ζωή, τον θάνατο, τις λέξεις, τη μνήμη και τη φθορά.
– Το βιβλίο σας «Ο κηπουρός και ο θάνατος» ξεκινάει με τη φράση «Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός, τώρα είμαι κήπος». Αυτή ήταν η πρώτη φράση που σας ήρθε στο μυαλό γράφοντας;
– Oχι, ήρθε κάπου στη μέση, καθώς έγραφα το βιβλίο. Αλλά ήταν η πρόταση που όταν την έγραψα, ήμουν σίγουρος ότι το βιβλίο θα ξεκινούσε με αυτή. Φυσικά είναι ένα spoiler, αλλά με μερικές λέξεις λέει αυτή τη μεγάλη μεταμόρφωση από κηπουρός σε κήπο. Είναι μια πολύ αισιόδοξη πρόταση.
– Hταν δύσκολο να γράψετε για την απώλεια του πατέρα σας;
– Το μυθιστόρημα ήρθε από μόνο του, δεν είχα αυτή την ιδέα όταν ο πατέρας μου πέθαινε. Απλώς καθόμουν δίπλα στο κρεβάτι του με το σημειωματάριό μου. Κοιτώντας τώρα τις σημειώσεις μου ήταν ένα μείγμα από τις φράσεις του, τις ιστορίες του, τα συναισθήματά μου, τον φόβο μου, το άγχος μου. Eγραφα ακόμη και για τα χάπια που έπαιρνε. Oταν πέθανε, δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω γι’ αυτόν. Πολύ περισσότερο να γράψω. Μετά τους έξι μήνες από τον θάνατό του, άνοιξα το σημειωματάριό μου και αποφάσισα ότι ήθελα να γράψω αυτό το βιβλίο.
– Ποια ανάγκη γέννησε αυτή την επιθυμία;
– Πρώτον, λόγω του πατέρα μου και, δεύτερον, λόγω του εαυτού μου. Hμουν σίγουρος ότι το γράψιμο αυτού του βιβλίου θα με ελευθέρωνε και θα με παρηγορούσε. Επίσης ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τη γενιά του πατέρα μου. Eνα βιβλίο για το πώς δεν ήξεραν να πουν «σ’ αγαπώ», για το πώς δεν έδειχναν ποτέ τα συναισθήματά τους. Τελικά ήταν πιο εύκολο να γράψω γι’ αυτόν παρά να μιλήσω γι’ αυτόν.
– Είναι το πιο προσωπικό βιβλίο σας;
– Το πρώτο μου μυθιστόρημα αφορά έναν χαρακτήρα που ονομάζεται Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Μαζί με αυτό το τελευταίο δημιουργούν μια σύνδεση. Παραδόξως δεν ήταν δύσκολο να γράψω αυτό το βιβλίο. Hμουν μόνος. Hταν μια συζήτηση με τον πατέρα μου. Υπήρχε, επίσης, ηρεμία. Μου έφερε μια ελαφριά θλίψη το γράψιμο αυτού του βιβλίου. Ξέρετε, η μητέρα μου πέθανε πριν από τρεις μήνες. Πέθαναν στα χέρια μου και οι δύο. Hμουν δίπλα τους έως τα τελευταία λεπτά.
Ηθελα να γράψω ένα βιβλίο για τη γενιά του πατέρα μου. Eνα βιβλίο για το πώς δεν ήξεραν να πουν «σ’ αγαπώ», για το πώς δεν έδειχναν ποτέ τα συναισθήματά τους.
– Σας λείπουν;
– Hθελα απλώς να είμαι περισσότερο μαζί τους. Και να απαλύνω τον πόνο τους. Και να προσπαθήσω να τους κάνω να μη νιώθουν μόνοι σε αυτά τα τελευταία λεπτά. Μου λείπουν, ιδίως όταν ταξιδεύω ή όταν είμαι στο αεροδρόμιο. Εκείνες τις στιγμές πάντα τους τηλεφωνούσα. Τώρα πρέπει να τηλεφωνήσω σε κάποιον για να πω «είμαι καλά, ταξιδεύω τώρα». Φυσικά κρατάω ακόμη τα τηλέφωνά τους στο κινητό μου. Κατά καιρούς, σαν λάθος, τους τηλεφωνώ. Αυτά τα απλά πράγματα είναι στην πραγματικότητα πολύ τραυματικά. Και δεν περνούν ποτέ.

– Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να θεραπεύσει τις λύπες μας;
– Oχι να θεραπεύσει, αλλά μπορεί να εξημερώσει τον πόνο. Η θλίψη μένει για πάντα. Η λογοτεχνία μπορεί να πει ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβάσαι από τη θλίψη. Είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα. Σημαίνει ότι είσαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος.
– Αν και το βιβλίο αναφέρεται στον πατέρα σας, τελικά είναι ένα βιβλίο για τους πατέρες μας.
– Ακριβώς! Και το συνειδητοποίησα αυτό αργότερα, όταν τελείωσα το βιβλίο και έρχονταν άνθρωποι από διαφορετικά μέρη του κόσμου και μου έλεγαν το ίδιο πράγμα. Δεν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο ειδικά για τον πατέρα μου, αλλά για εκείνους τους άνδρες που γεννήθηκαν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και είχαν μια άμεση σύνδεση με την Ιστορία. Μεγάλωσαν φτωχικά τη δεκαετία του ’50. Μην ξεχνάτε πως στη Βουλγαρία είχαμε κομμουνισμό. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου κάπνιζε με έναν πολύ όμορφο τρόπο. Ολοι της γενιάς του αγαπούσαν τις ιταλικές και τις γαλλικές ταινίες. Ολοι τους ήταν όμορφοι σαν τον Αλέν Ντελόν. Κι ας ζούσαν σε μια χώρα από την οποία δεν μπορούσαν να φύγουν. Ακόμη κι έτσι έπρεπε να είναι αξιοπρεπείς, όμορφοι, περήφανοι. Ακόμη κι αν δεν είχαν χρήματα ή ζούσαν στο χωριό. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσα να είμαι σαν αυτούς. Είμαι πιο κακομαθημένος.
Με ενδιαφέρουντα φθαρτά πράγματα
– Στα βιβλία σας υπάρχουν κάποιες σταθερές που επανέρχονται. Ο χρόνος, η απώλεια, η θλίψη, η μνήμη. Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο ζείτε ως συγγραφέας;
– Ναι, αλλά αυτά είναι και τα κύρια πράγματα της ζωής. Πάντα προσπαθώ να τα εξερευνήσω μέσα από τα διαφορετικά είδη. Γιατί ξεκίνησα με την ποίηση, και τα ίδια θέματα υπήρχαν και στην ποίησή μου. Το ίδιο κάνω στα διηγήματα, στα μυθιστορήματα, στα θεατρικά έργα, ακόμη και σε λιμπρέτο για όπερα που έχω γράψει. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι τα πράγματα που εξαφανίστηκαν. Τα φθαρτά πράγματα. Τα μικρά πράγματα. Το υψηλό και η καθημερινή ζωή είναι πολύ στενά συνδεδεμένα. Μπορείς να εξηγήσεις τη μοναξιά που νιώθεις στις 3 μ.μ. στο δωμάτιό σου κι αυτό το τόσο ασήμαντο γεγονός να περιέχει κάτι υψηλό. Οι ζωές μας είναι καθημερινές, μικρές, χωρίς νόημα.
– Πότε νιώθετε έτοιμος να γράψετε την πρώτη γραμμή ενός νέου βιβλίου; Τι σας έρχεται στο μυαλό;
– Στην πραγματικότητα προέρχομαι από την ποίηση. Ακόμη γράφω ποίηση. Αυτό καθορίζει τον τρόπο γραφής μου. Ποτέ δεν έχω μια πολύ αυστηρή ιστορία, ή θέμα, ή γνώση επί του θέματος. Υπάρχουν συγγραφείς που το κάνουν, εγώ πηγαίνω βήμα βήμα. Το να γράφεις ένα μυθιστόρημα δεν είναι σαν να βρίσκεις τα στοιχεία στον πίνακα του Μεντελέγιεφ. Τις περισσότερες φορές είναι ένα απροσδιόριστο συναίσθημα, ή αίσθηση, ή κάτι που, όπως είπα, «γιατί νιώθω έτσι στις 3 μ.μ.;». Μερικές φορές είναι απλώς μια εικόνα.
– Η ποίηση πώς σας βοηθάει;
– Με την ποίηση μαθαίνεις έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης. Επειδή στην ποίηση φτιάχνεις αμέσως τη γέφυρα μεταξύ δύο πραγμάτων, που για τους ανθρώπους δεν είναι συνδεδεμένα. Επίσης είναι σημαντικά το στυλ και ο ρυθμός. Αυτά είναι στοιχεία που προσπαθώ να διατηρήσω στην πεζογραφία μου. Γράφω πρόταση πρόταση. Οπως έλεγε και ο Μπόρχες, υπάρχουν μόνο τέσσερις ιστορίες. Δεν θέλω να επινοήσω την πέμπτη, η οποία θα είναι σαν την πρώτη.
– Διαβάζοντας τα βιβλία σας νιώθω σαν να βλέπω ένα κύμα. Ενα κύμα με ρυθμό που επιστρέφει και σχηματίζεται.
– Αυτό είναι σημαντικό για μένα. Στα βιβλία μου μερικές φορές σταματάω να λέω την ιστορία και είναι σαν να θέλω να μιλήσω απευθείας στον αναγνώστη. Γιατί νιώθω άβολα προσποιούμενος ότι αυτό είναι ένα μυθιστόρημα. Προσπαθώ να κάνω κάτι άλλο. Να δω πώς είναι στην πραγματικότητα ο φυσικός τρόπος αφήγησης. Αυτό που λέμε προφορική αφήγηση.
Το να γράφεις ένα μυθιστόρημα δεν είναι σαν να βρίσκεις τα στοιχεία στον πίνακα του Μεντελέγιεφ. Τις περισσότερες φορές είναι ένα απροσδιόριστο συναίσθημα, ή αίσθηση, ή κάτι που, όπως είπα, «γιατί νιώθω έτσι στις 3 μ.μ.;».
– Μετά το βραβείο Booker έχει αλλάξει εντελώς η ζωή σας;
– Ναι και όχι. Το καλό είναι ότι τώρα, όταν προσπαθώ να βρω γιατρό, είναι πολύ εύκολο. Αν πρέπει να παρκάρω κάπου, οι άνθρωποι με γνωρίζουν. Αλλά το πιο δύσκολο είναι ότι δεν μπορώ να βρω ένα μοναχικό καταφύγιο για να γράψω. Αυτό είναι το πρόβλημα.
– Το γράψιμο είναι ένας μοναχικός αγώνας.
– Αυτό είναι ένα άλλο πρόβλημα με το γράψιμο. Είναι μια μοναχική περίοδος. Αυτή είναι η σχιζοφρένεια. Είσαι πολύ μόνος όταν γράφεις κάτι. Οι άνθρωποι σε ξεχνούν, οι φίλοι σου έχουν μια άλλη ζωή. Οταν εμφανίζεσαι ύστερα από μισό χρόνο, λες «δεν ανήκω σε αυτό το μέρος». Αλλά μετά αρχίζεις να συναντάς ανθρώπους. Μου αρέσει να συναντώ τους ανθρώπους. Νιώθω πολλή αγάπη.

