Επιστροφή στο Ακρωτήρι του Φόβου

Ο Χαβιέ Μπαρδέμ ενσαρκώνει τον απόλυτο κακό του Χόλιγουντ, που έχουν υποδυθεί οι Μίτσαμ και Ντε Νίρο

3' 21" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το Χόλιγουντ λατρεύει την αυτοαναφορικότητα. Και τους κακούς. Ακόμη κι αν αυτοί οι «κακοί» συχνά αντανακλούν δυσάρεστες διαπιστώσεις για την ίδια την κινηματογραφική βιομηχανία. Ο Μαξ Κέιντι συνιστά μια τέτοια περίπτωση: λειτουργεί ως αρχετυπικό σύμβολο ενός μεγάλου και αδιαμφισβήτητου κακού. Αλλά ταυτόχρονα φέρει την περιπλοκότητα ενός «αντισυστημικού» ήρωα-αουτσάιντερ, που με την κτηνώδη ορμή του «ραγίζει» τον καθρέφτη των βεβαιοτήτων της «άσπιλης» αμερικανικής ευτυχίας.

Ο νέος τηλεοπτικός Κέιντι του Χαβιέ Μπαρδέμ στο «Cape Fear» του Apple TV που μόλις κυκλοφόρησε, «αγκαλιάζει» τη χολιγουντιανή επιθυμία να επανασυστήνεται διαρκώς με σύγχρονους όρους. Αυτή τη φορά το «κακό» είναι πιο περίπλοκο και ανθρώπινο. Κουβαλά παιδικά τραύματα, συναισθηματικές αντιφάσεις και διακυμάνσεις, ενδεχομένως να έχει αδικηθεί ή εξαπατηθεί από το σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Η σειρά του Νικ Αντόσκα σέβεται όσα κληρονόμησε από τις ταινίες του 1962 και του 1991, όμως ο Μαξ Κέιντι –της ταραγμένης Αμερικής του 2026– δεν θα μπορούσε να είναι ίδιος.

Δίψα για εκδίκηση

Ο ήρωας συστήθηκε το 1957 στο βιβλίο «The Executioners» του Τζον Ντ. ΜακΝτόναλντ, πριν αυτό διασκευαστεί για το σινεμά το 1962 σε σκηνοθεσία Τζ. Λι Τόμπσον. Ο πρώτος Μαξ Κέιντι του Ρόμπερτ Μίτσαμ έρπεται σιωπηλά και απειλητικά, με ένα πούρο κολλημένο στο στόμα, προς την ευτυχισμένη οικία του πάτερ φαμίλια δικηγόρου Σαμ Μπάουντεν (Γκρέγκορι Πεκ), διψώντας για εκδίκηση. Το σχήμα –εκ πρώτης όψεως– απλό. Ο Κέιντι-Μίτσαμ, ένα σεξουαλικό αρπακτικό που δίκαια βρέθηκε πίσω από τα κάγκελα της φυλακής εξαιτίας της μαρτυρίας του Μπάουντεν-Πεκ, απεικονίζεται –μονοδιάστατα– στο σελιλόιντ ως ενσάρκωση του απόλυτου κακού. Προσώρας η «αγία» αμερικανική οικογένεια περιβάλλεται από φωτοστέφανο λειτουργικότητας και αγάπης. Εστω κι αν το παιχνίδισμα του Τόμπσον με τους κώδικες του σασπένς –ειδικά στη σκηνή καταδίωξης του ανήλικου κοριτσιού– αποκαλύπτει έναν υπόρρητο κοινωνικό φόβο για το επερχόμενο ξύπνημα μιας «επικίνδυνης» σεξουαλικότητας.

Επιστροφή στο Ακρωτήρι του Φόβου-1
Ο Χαβιέ Μπαρδέμ. [Apple via A.P.]

Δεν είναι τυχαίο που ο Μάρτιν Σκορσέζε, 30 χρόνια μετά, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της κόρης της οικογένειας Μπάουντεν. Ο Ρόμπερτ ντε Νίρο στην ταινία του 1991 απογείωσε τον Μαξ Κέιντι ως υπεράνθρωπο και άτρωτο εκδικητή, μια βιβλική μορφή που μπορεί να λυγίσει κάθε «θεσμικό», πολιτισμένο μηχανισμό που ο δικηγόρος Νικ Νόλτε επιστρατεύει για να προστατεύσει την οικογένειά του. Σε μία από τις πιο ηλεκτρισμένες σκηνές, ο Κέιντι απομονώνει την κόρη της οικογένειας (Τζούλιετ Λιούις) και αποπειράται, αποπλανώντας την σεξουαλικά διά της δήθεν θεατρικής διδασκαλίας, να αντιστρέψει το σχήμα του καλού και του κακού. Αυτή τη φορά, η «αμαρτία» βρίσκεται (και) μέσα στον οίκο των Μπάουντεν: στην τελματωμένη ερωτική σχέση του ζευγαριού, στη χρήση ναρκωτικών από την κόρη αλλά και στο γεγονός ότι ο Μαξ Κέιντι έχει –εν μέρει– δίκιο στο να αποζητά εκδίκηση καθώς ο Σαμ Μπάουντεν, ως συνήγορός του, είχε αποκρύψει συνειδητά ένα ελαφρυντικό στοιχείο με συνέπεια να οδηγηθεί στη φυλακή.

Στην εποχή του Τραμπ

Ο Μαξ Κέιντι 3.0 του Χαβιέ Μπαρδέμ –ισπανόφωνος στην Αμερική του Τραμπ– κατορθώνει από το πρώτο επεισόδιο να απεγκλωβιστεί από τη σκιά της σύγκρισης με τους προκατόχους. Διαθέτει κάτι από τη χαμηλότονη σαγήνη του Μίτσαμ, ενσωματώνει με μέτρο αποχρώσεις από την γκροτέσκα υπερβολή του Ντε Νίρο, αλλά είναι πιο αινιγματικός, ενώ –ουσιαστική διαφοροποίηση– εισβάλλει στη ζωή των Μπάουντεν έχοντας πριν κριθεί αθώος από την αμερικανική δικαιοσύνη.

Επιστροφή στο Ακρωτήρι του Φόβου-2
Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο.

Στην τηλεοπτική διασκευή του «Cape Fear» η βασική «ανταγωνίστρια» του Κέιντι είναι γυναίκα, με την Εϊμι Ανταμς να ερμηνεύει με ανατριχιαστική ακρίβεια την κυνική, καριερίστα δικηγόρο. Η οικογένεια Μπάουντεν είναι πλέον ανερμάτιστη και υπό διάλυση, οι δεσμοί ξεχαρβαλωμένοι και τα δύο παιδιά φυλακισμένα σε μια κακοφορμισμένη μεγαλοαστική έπαυλη. Στο σύγχρονο «Ακρωτήρι του Φόβου» η Δικαιοσύνη είναι πεδίο διαπραγμάτευσης, η αθωότητα «προϊόν» που μπορεί να παράγει κέρδη εκατομμυρίων, ο κόσμος μέσα και έξω από την άλλοτε ιερή οικία των Μπάουντεν, αβέβαιος και πολλαπλά ανασφαλής.

Ο Αντόσκα δεν αποφεύγει την παγίδα να υπερφορτώσει τη σειρά με προφανείς «επικαιροποιήσεις»: τεχνητή νοημοσύνη, σόσιαλ μίντια, κουλτούρα της ακύρωσης. Ομως «μπολιάζει» το υλικό του και με μια σαρδόνια ρετρό γεύση «Νέου Χόλιγουντ» των ’70s. Ο Σκορσέζε είναι «παρών» στην παραγωγή, ωστόσο το νέο «Ακρωτήρι» υιοθετεί –ευτυχώς– περισσότερο την κιτς ειρωνεία του Μπράιαν ντε Πάλμα. Ολα είναι γελοία και ταυτόχρονα τρομακτικά. Οπως και το προσωπείο της σύγχρονης Αμερικής.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT