H ανασκαφική έρευνα γύρω από το Βασιλικό Γυμνάσιο της αρχαίας Μίεζας ενισχύει με νέα στοιχεία μία από τις ιστορικές συνδέσεις της μακεδονικής γης, για τον χώρο όπου, σύμφωνα με μία επιστημονική υπόθεση, εκπαιδεύτηκαν ο Μέγας Αλέξανδρος και άλλοι βασιλικοί παίδες υπό την καθοδήγηση του Αριστοτέλη.
Τα νέα αρχαιολογικά δεδομένα παρουσιάστηκαν το περασμένο Σάββατο στο πλαίσιο της εσπερίδας με τίτλο «Από τη Μίεζα στην Οικουμένη. Ανασκάπτοντας το βασιλικό γυμνάσιο, ανακαλύπτοντας τη συμβολή των Μακεδόνων στην ελληνική παιδεία».
Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα συμπεράσματα της διετούς ανασκαφικής δραστηριότητας που εξελίσσεται από το 2024 σε έκταση περίπου 30 στρεμμάτων και αποκαλύπτει σταδιακά την πραγματική κλίμακα, την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία και τις λειτουργίες ενός οργανωμένου γυμνασιακού συγκροτήματος της εποχής του Φιλίππου Β’.
Οι εργασίες έφεραν στο φως σημαντικά τμήματα του συγκροτήματος. Αποκαλύφθηκαν τοίχοι, στοές, η παλαίστρα, το στάδιο, χώροι διδασκαλίας και δίκτυα αγωγών νερού, συνθέτοντας μια ολοένα και πιο καθαρή εικόνα για τη λειτουργία του χώρου. Παράλληλα, εντοπίστηκαν αρχιτεκτονικά μέλη υψηλής ποιότητας, όπως κιονόκρανα και κίονες ιωνικού ρυθμού, αλλά και αμφορείς που συνδέονται με την αποθήκευση λαδιού για τις ανάγκες της παλαίστρας.
Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα ευρήματα κατέχει η αποκάλυψη του ξυστού, μιας στεγασμένης στοάς μήκους περίπου 200 μέτρων δηλαδή, που αξιοποιούνταν για τη σωματική άσκηση και την εκπαίδευση των νέων. Η έκταση του οικοδομήματος, η ποιότητα της κατασκευής και η συνύπαρξη χώρων άθλησης και διδασκαλίας ενισχύουν την εικόνα ενός συγκροτήματος με κεντρικό ρόλο στη μακεδονική εκπαιδευτική παράδοση.
Σημαντικές πληροφορίες για την καθημερινή ζωή όσων χρησιμοποιούσαν τον χώρο προκύπτουν και από τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής: σπασμένα κεραμικά αγγεία, νομίσματα, γραφίδες γραφής και τμήματα γλυπτών φωτίζουν πτυχές της εκπαιδευτικής και αθλητικής δραστηριότητας που αναπτυσσόταν στο συγκρότημα.

Το γυμνάσιο που επανασυστήνει τη μακεδονική παιδεία
Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν αναλυτικά από την επικεφαλής των ανασκαφών και Επίτιμη Εφορο Αρχαιοτήτων Ημαθίας Δρ Αγγελική Κοτταρίδη, στην κεντρική ομιλία της με τίτλο «Από τον μύθο στην ιστορική πραγματικότητα: Η ανακάλυψη του βασιλικού γυμνασίου της Μίεζας. Τα δεδομένα, η ανασκαφή, τα νέα ευρήματα και οι προοπτικές της έρευνας». Η ίδια υποστήριξε ότι το μεγάλο οικοδόμημα της Μίεζας ταυτίζεται με το Βασιλικό Γυμνάσιο και σημείωσε πως τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του παραπέμπουν στα πρώιμα μακεδονικά γυμνάσια. Η χρονολόγησή του στα χρόνια του Φιλίππου Β’, η έκτασή του και η αρχιτεκτονική του οργάνωση θεωρούνται καθοριστικά στοιχεία για την περαιτέρω τεκμηρίωση της ταυτότητας και της λειτουργίας του.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορική διαδρομή του μνημείου. Σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα που παρουσιάστηκαν, το συγκρότημα φαίνεται πως καταστράφηκε βίαια από τους Ρωμαίους μετά την οριστική υποταγή της Μακεδονίας, κατά τον 2ο αιώνα π.Χ., πιθανότατα στο πλαίσιο της συστηματικής αποδυνάμωσης συμβόλων της μακεδονικής ισχύος και της συλλογικής μνήμης.


Στην εξερεύνηση των αρχαιολογικών χώρων των Αιγών και της Μίεζας, μέσω γεωφυσικών μεθόδων, την περίοδο 1984-2026, αναφέρθηκε στην ομιλία του ο ομότιμος καθηγητής του Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής του ΑΠΘ Γρηγόρης Τσόκας, παρουσιάζοντας συμπεράσματα τεσσάρων δεκαετιών ερευνών, αναδεικνύοντας τη συμβολή των σύγχρονων τεχνολογιών στον εντοπισμό, τη χαρτογράφηση και την ερμηνεία των αρχαιολογικών καταλοίπων.
Από την πλευρά του, ο επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης και Καθηγητής Αρχαίας Νομισματικής στο Πανεπιστήμιο Radboud Παναγιώτης Ιωσήφ, παρουσίασε την εισήγηση «Γυμνάζοντας την Οικουμένη: γυμνάσια της ελληνιστικής Ανατολής», αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο ο θεσμός του γυμνασίου εξαπλώθηκε στον ελληνιστικό κόσμο και λειτούργησε ως φορέας εκπαίδευσης, σωματικής αγωγής και μετάδοσης της ελληνικής παιδείας.

