Ηταν τέτοια η επίδραση που άσκησε στους Ρωμαίους ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, ώστε ακόμη και όταν ως κατακτητές μετέφεραν έργα τέχνης από τον ελλαδικό χώρο προς την Ιταλία, η πράξη αυτή ήταν μεν πράξη εξουσίας, αλλά και πράξη διάκρισης, επιλογής. Και αν η γοητεία αυτή περιγράφηκε από τον Οράτιο με τα λόγια «Η Ελλάδα, κατακτημένη, κατάκτησε τον νικητή της», τότε, αιώνες μετά, η νέα περιοδική έκθεση του Μουσείου της Ακρόπολης μας υπενθυμίζει κάτι ακόμη: «Η ελληνική τέχνη αποτελεί ένα θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού», έλεγε χθες στους δημοσιογράφους ο διευθυντής του Μουσείου Νίκος Σταμπολίδης, «που επέδρασε μέσα από σχηματισμούς και μεταλλάξεις, διαμορφώνοντας μια κοινή, μεσογειακή και ευρωπαϊκή γλώσσα από εικόνες, μορφές και σύμβολα. Η mare nostrum των Ρωμαίων δεν θα υπήρχε σε επίπεδο πολιτισμού χωρίς την Ελλάδα. Χωρίς το υπόστρωμα που δημιουργήθηκε με τις αποικίες του 8ου-7ου αιώνα π.Χ., δεν θα υπήρχε αυτή η πολιτισμική κοινότητα, δημιουργημένη από την Ελλάδα και την Ιταλία και μεταλαμπαδευόμενη στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, ακόμη και μέχρι τον 19ο και 20ό αιώνα».
Ολα βεβαίως συμπυκνώνονται σε μία φράση: «Εμπνευση. Αρχαία ελληνική τέχνη στην Ιταλία», όπως είναι ο τίτλος της έκθεσης, την οποία διοργανώνει το Μουσείο Ακρόπολης σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού. Από τα χθεσινά εγκαίνιά της μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, οπότε θα ολοκληρωθεί, θα παρουσιάσει στο κοινό 38 έργα (33 αρχαία και πέντε σύγχρονα), κυρίως μαρμάρινα, κεραμικά και χάλκινα, τα οποία σπανίως εξέρχονται από τα 21 ιταλικά μουσεία όπου φυλάσσονται. Μπορεί κανείς να θαυμάσει εδώ τον περίφημο ερυθρόμορφο Κρατήρα του Ευφρονίου (περ. 515 π.Χ.), με τον θάνατο του Σαρπηδόνα, τον οποίο μεταφέρουν με «χιαστί» κινήσεις ο Υπνος και ο Θάνατος· τον αριστουργηματικό Δία του Ουτζέντο (530 π.Χ.), με το περιποιημένο γένι και τους βοστρύχους του, που στα χάλκινα χέρια του κρατούσε έναν κεραυνό και έναν αετό και που έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα· και βέβαια, τον εκπληκτικό μαρμάρινο Θρόνο Λουντοβίζι (460-450 π.Χ.), που επίσης δεν δανείζεται συχνά και του οποίου οι ανάγλυφες σκηνές, με μια αναδυόμενη Αφροδίτη, μια γυμνή αυλήτρια κ.ά., συγκροτούν ένα ισορροπημένο, αισθητικά έντονο σύνολο, με τις επιρροές του να φτάνουν, σύμφωνα με τον Νίκο Σταμπολίδη, μέχρι τον μοντερνισμό.

Η έκθεση, σε επιμέλεια του κ. Σταμπολίδη και της δρος Αλφονσίνα Ρούσο, χωρίζεται σε επτά ενότητες, που επικεντρώνονται στις πρώιμες σχέσεις του ελληνικού κόσμου με την ιταλική χερσόνησο («Πριν από τη Ρώμη: Ελληνες έμποροι και Ετρουσκοϊταλοί αριστοκράτες»), στην επιρροή της ελληνικής τέχνης στα τοπικά εργαστήρια της Ιταλίας («Καλλιτέχνες στη Μεγάλη Ελλάδα»), στα ευρήματα από τον βυθό της θάλασσας («Η θάλασσα ως αρχείο»), στη μεταφορά ελληνικών έργων μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση («Η Ελλάδα των Ρωμαίων»), αλλά και στην αξιοποίηση έργων ή αντιγράφων τους ως δειγμάτων ευμάρειας και καλλιέργειας των ρωμαϊκών ελίτ, κ.ά. Ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων, η λεγόμενη Ολπη Chigi (650-640 π.Χ.), με τις μικροσκοπικές αλλά σύνθετες απεικονίσεις της, η χάλκινη Κεφαλή του φιλοσόφου (μέσα 5ου ή β΄ μισό 4ου π.Χ. αιώνα) με την έντονα στοχαστική μορφή, η Θνήσκουσα Νιοβίδα (440-430 π.Χ.), που μάταια προσπαθεί να βγάλει το βέλος που τη βρήκε πισώπλατα, η Στήλη της Κρυπτοφέρρης (410-390 π.Χ.) που σύμφωνα με τον κ. Σταμπολίδη διατηρεί κάτι το «παρθενώνειο» κ.ά.
Η έκθεση, που συμπίπτει με τα 17α γενέθλιά του Μουσείου Ακρόπολης (20 Ιουνίου), ολοκληρώνεται με την ενότητα «Ιταλικά βλέμματα: Canova, Savinio, de Chirico», όπου τα έργα των Αλμπέρτο Σαβίνιο και Τζόρτζιο ντε Κίρικο, καθώς και ένα πορτρέτο του μαγεμένου από τον Παρθενώνα γλύπτη Αντόνιο Κανόβα (1757-1822), φανερώνουν τη διαχρονική σχέση της Ιταλίας με την αρχαία ελληνική τέχνη.

