Η βραδιά ήταν από αυτές που ο αντίκτυπος και το ψυχικό αποτύπωμά της δεν μετριούνται με την απήχηση που έχει έξω από την αίθουσα. Δεν έχει σημασία. Οι 600 θεατές της Πειραιώς 260 (κατάμεστος ο Χώρος Δ) προσήλθαν συγκινημένοι και έφυγαν με πολλαπλάσιο συγκινησιακό φορτίο. Ηταν κι αυτό το χειροκρότημα στο τέλος, που δεν σταματούσε· όρθιοι όλοι έλεγαν, δυνατά, «ευχαριστώ» ξανά και ξανά. Το αφιέρωμα «2005-2015. Στα χρόνια του Λούκου», με την προβολή του ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη ήταν το έναυσμα για να τιμήσει το Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου τον επί δεκαετία διευθυντή που μεταμόρφωσε τον θεσμό. Η πρωτοβουλία ανήκε στον νυν διευθυντή του και σκηνοθέτη Μιχαήλ Μαρμαρινό, ο οποίος ανέλαβε και τον σύντομο πρόλογο: «Υπάρχει μια αδιατύπωτη ή διατυπωμένη συγκίνηση γι’ αυτό κι εγώ πρέπει να τα πω γρήγορα να μη με πάρει από κάτω», είπε. Στην πρώτη σειρά καθόταν ο Γιώργος Λούκος, στον οποίο κοντοστέκονταν όλοι για να χαιρετήσουν, να αγκαλιάσουν, να απευθύνουν μια φράση. «Το αφιέρωμα υπαινίσσεται ευγνωμοσύνη που κάνει και εμάς τους ίδιους πιο ευρύχωρους», κατέληξε.
Στην οθόνη εμφανίστηκαν οι πρώτες εικόνες αρχείου, από τον προηγούμενο αιώνα, το Ηρώδειο των αρχών του ’60. Εποχή με τους δικούς της αστέρες: Μαργκότ Φοντέιν, Νουρέγιεφ, Τζίνα Μπαχάουερ… Θρύλοι του τότε, παρόντες σε έναν θεσμό που διήνυε την πρώτη δεκαετία του.
Οι απαρχές και ύστερα, με ένα άλμα στον χρόνο, η βιομηχανική περιοχή της Πειραιώς 260. Η πρώτη «έφοδος» από τα συρματοπλέγματα του Γ. Λούκου για να δει τον χώρο των εγκαταλελειμμένων εργοστασίων, που πρωτολειτούργησαν ως χώροι του Φεστιβάλ το 2006. Είκοσι χρόνια, φέτος.
Τριάντα οκτώ Ελληνες καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, πρόσωπα οικεία, του περιβάλλοντος του Λούκου, 4 ξένοι δημιουργοί (η Μαγκί Μαρέν, ο Καστελούτσι, η Μνουσκίν και ο Μπαρίσνικοφ) μιλούν στο ντοκιμαντέρ, στο οποίο ο Ηλίας Γιαννακάκης χρησιμοποίησε υλικό από το αρχείο της ΕΡΤ και από παλαιά δικά του ανέκδοτα γυρίσματα και συνεντεύξεις του με τον τιμώμενο της βραδιάς.
Στη διάρκειας δύο ωρών ταινία ξαναβιώσαμε μια συναρπαστική περίοδο (και τη δικαστική περιπέτεια του τέλους, εξαιτίας άθλιων κατηγοριών για τις οποίες αθωώθηκε πανηγυρικά), με τα πάνω της και τα κάτω της, που έδωσε ώθηση και στο κοινό και στην πόλη. «Ηταν μεθύσι», είπε κάποιος από τους ομιλητές. «Ο Γιώργος ήταν πολύ δυνατός άνθρωπος και φίλος των ανθρώπων», σημείωσε κάποιος άλλος.
«Χαθήκαμε» πολλές φορές στην Πειραιώς όλα αυτά τα χρόνια και ξαναβρεθήκαμε πιο απαιτητικοί, πιο «υποψιασμένοι» γι’ αυτό που παραγόταν καλλιτεχνικά στον κόσμο, τη στιγμή, ακριβώς, που παραγόταν. Ο Λούκος το παρακολουθούσε και μας έκανε κοινωνούς. Το Σαββατόβραδο θύμιζε reunion πιστών θεατών και καλλιτεχνών που, νέοι τότε, βρήκαν στον Λούκο έναν «συνομιλητή» που τολμούσε, αφήνοντας πίσω «τυποποιημένες φόρμες».
Στον νέο διαμορφωμένο προαύλιο χώρο, το «Τροχόσπιτο» περίμενε για τη συνέχεια. Αυτή η αυτοκινούμενη σκηνή επέστρεψε για μια μόνο νύχτα, σε επιμέλεια της Δηώς Καγγελάρη και της Ολιας Λαζαρίδου, σε ύφος βαριετέ, με πολλούς καλλιτέχνες να ερμηνεύουν τραγούδια. Τίτλος: «Μια νύχτα χάρισμά σου». Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός επέλεξε ένα ριζίτικο του Νίκου Ξυλούρη: «Τον Πλουσιογιώργη ήβρηκα».

