Παράλληλα με τις εμφανίσεις του ως βιολονίστας, ο Λεωνίδας Καβάκος ασχολείται όλο και περισσότερο με τη διεύθυνση ορχήστρας. Μάλιστα, σχετικά πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι από το 2027 και για μία τριετία θα είναι κύριος προσκεκλημένος αρχιμουσικός της Ορχήστρας της Μινεσότα. Πρόκειται για σύνολο που ιδρύθηκε το 1903 ως Συμφωνική της Μινεάπολης και του οποίου διευθυντής υπήρξε επί δώδεκα χρόνια (1937-1949) ο Δημήτρης Μητρόπουλος.
Ως αρχιμουσικός επέστρεψε ο Καβάκος και στην Αθήνα. Στις 9 Μαΐου, στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης», διηύθυνε μια σπουδαία ορχήστρα, τη Φιλαρμόνια του Λονδίνου, σε ένα πρόγραμμα με έργα Ντβόρζακ, Σούμαν και Μπραμς. Μαζί του συνέπραξε ο εξαιρετικός 34χρονος Ιρανός τσελίστας Κίαν Σολτάνι, γεννημένος στην Αυστρία και ήδη με σημαντική πορεία στο ενεργητικό του.
Η βραδιά ξεκίνησε με την Εισαγωγή από τη σπάνια παρουσιαζόμενη όπερα «Βάντα» του Αντονίν Ντβόρζακ. Πρόκειται για τη δεύτερη και εκτενέστερη Εισαγωγή που έγραψε ο Βοημός συνθέτης για την όπερα αυτή, με αφορμή ένα ανέβασμα, τρία χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή της στην Πράγα. Η μουσική διαθέτει όλα τα στοιχεία που αναμένει κανείς από τον Ντβόρζακ, με πρώτο και κύριο τη μελωδική έμπνευση. Εξίσου, είναι αντιπροσωπευτική μιας Εισαγωγής σε μεγαλόπρεπη πεντάπρακτη όπερα του τέλους του 19ου αιώνα, με φανερό το πατριωτικό στοιχείο και την έντονα τραγική κατάληξη. Ο Καβάκος διηύθυνε τη μουσική με ενθουσιασμό και ανέδειξε τον λυρισμό της αρχής, όπως και τη βίαια δραματική κατάληξη.
Ακολούθησε η ιδιαίτερα ποιητική ερμηνεία του Σολτάνι στο Κοντσέρτο για βιολοντσέλο του Ρόμπερτ Σούμαν. Πρόκειται για έργο που σκοπό δεν έχει την επίδειξη δεξιοτεχνίας του σολίστ, αλλά αντιθέτως δίνει την ευκαιρία στον συνθέτη να πειραματιστεί με το μουσικό του υλικό. Δεν είναι συμπτωματικό ότι στο χειρόγραφο ο Σούμαν το χαρακτήρισε ως «κομμάτι» για τσέλο, όχι ως «κοντσέρτο», στοιχείο που υποδηλώνει την επιθυμία του να ξεφύγει από το στερεότυπο του είδους. Τα τρία μέρη της σύνθεσης παίζονται χωρίς διακοπή, ενώ η ορχήστρα συνομιλεί σταθερά με τον σολίστα. Ισως γι’ αυτό ήταν καλό το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση την ορχήστρα διηύθυνε επίσης ένας σολίστ, ο Καβάκος, ικανός να αντιληφθεί τις ανάγκες του συναδέλφου του.
Πλαστικότητα
Πράγματι, η Φιλαρμόνια υπό τον Καβάκο έμοιαζε να αναπνέει μαζί με τον Σολτάνι. Οχι απλώς να του δίνει χώρο να αναπτυχθεί, αλλά κυριολεκτικά να συμβαδίζει με τις επιλογές του, τις αυξομειώσεις έντασης ή ταχύτητας. Ο δε Ιρανός τσελίστας χειρίστηκε με απίστευτη πλαστικότητα τη μελωδική γραμμή του Σούμαν. Ειδικότερα στο λυρικό δεύτερο μέρος, η μουσικότητα και η εξαιρετική τεχνική του επέτρεψαν στη μελωδία να κυλήσει αβίαστα, με σπάνια αισθητική ομορφιά και εκφραστικότητα. Οι ποιότητες αυτές εκτιμήθηκαν ακόμα περισσότερο στο περσικό τραγούδι που έπαιξε εκτός προγράμματος.
Στη συνέχεια ο Καβάκος διηύθυνε την Πρώτη Συμφωνία του Γιοχάνες Μπραμς. Κατ’ αρχάς, με δεδομένο ότι σπάνια πλέον μετακαλούνται στην Αθήνα διάσημα συμφωνικά σύνολα, ήταν ξεχωριστή χαρά να απολαμβάνει κανείς τον ιδιαίτερα καλλιεργημένο ήχο της ορχήστρας. Οχι μόνο τους μεμονωμένους μουσικούς, όπως το εξαιρετικό όμποε και το εξίσου καλό φλάουτο, καθώς καλούς μουσικούς ακούει κανείς και σε ελληνικά σύνολα. Ηταν κυρίως οι ομάδες εκείνες που έκαναν τη διαφορά, όπως στο τρίτο μέρος της Συμφωνίας τα κόρνα με ήχο απίστευτα μαλακό και, βεβαίως, το σώμα των εγχόρδων, ομοιογενές και άριστα συντονισμένο, στοιχεία απαραίτητα για το ρεπερτόριο του 19ου αιώνα. Ο Καβάκος αξιοποίησε τις ξεχωριστές ποιότητες της ορχήστρας και διαμόρφωσε με μεγάλη εκφραστικότητα ειδικά τη νοσταλγική μελωδία του ποιητικού δεύτερου μέρους. Στη συνέχεια, μέσα από τα διαδοχικά επεισόδια κορύφωσε με σαφήνεια το τελευταίο μέρος, οδηγώντας τη Συμφωνία στη θριαμβική της κατάληξη. Από κάθε άποψη μια συναρπαστική συναυλία.

