Στις 5 Μαΐου επέστρεψε ο Ιταλός τσελίστας Μάριο Μπρουνέλο στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» προκειμένου να ολοκληρώσει τον κύκλο με Σονάτες και Παρτίτες του Μπαχ. Πέρυσι τον Φεβρουάριο είχε ερμηνεύσει τις πρώτες δύο από τις Παρτίτες και την τρίτη από τις Σονάτες, ενώ φέτος ακολούθησαν οι πρώτες δύο Σονάτες και η τρίτη Παρτίτα.
Τα έργα αυτά έχουν γραφεί για βιολί, αλλά καθώς είναι τσελίστας, ο Μπρουνέλο τα απέδωσε σε βιολοντσέλο πίκολο. Oπως προδίδει το όνομά του, πρόκειται για μικρό βιολοντσέλο, όργανο προσφιλές στον Μπαχ, ο οποίος το έχει χρησιμοποιήσει σε δώδεκα από τις εκκλησιαστικές του καντάτες. Μάλιστα, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, για την πεντάχορδη εκδοχή αυτού του οργάνου είχε γράψει επίσης την έκτη από τις διάσημες Σουίτες του για τσέλο. H χρήση ενός αντί άλλου εγχόρδου δεν ήταν ασυνήθιστη, ειδικά πριν από την εποχή που τα μουσικά όργανα τυποποιήθηκαν και πήραν τη μορφή στην οποία τα γνωρίζουμε σήμερα. Το ενδιαφέρον με το πίκολο είναι ότι διαθέτει τέσσερις χορδές (ορισμένες φορές και πέντε), οι οποίες ταυτίζονται με αυτές του βιολιού. Συνεπώς, η απόδοση σε αυτό το όργανο έργων που γράφτηκαν για το βιολί, είναι περισσότερο προσαρμογή παρά μεταγραφή.
Eτσι το βλέπει και ο Μπρουνέλο, που σημειώνει: «Οι βιολονίστες πετούν ψηλά, βρίσκονται πάντα πάνω από τη μελωδία, βλέπουν τη μουσική από πάνω. Δεν προτείνω, επομένως, μια μίμηση του βιολιού, αλλά μάλλον μια κατοπτρική ανάγνωση, μια κατάκτηση της κορυφής από μια άλλη διαδρομή. Eνα βουνό που φαίνεται από τον νότο ή από τον βορρά αλλάζει την προοπτική, αλλά όχι την ουσία». Iδια άποψη είχε παλαιότερα και ένας άλλος διάσημος τσελίστας, ο Ολλανδός Aνερ Μπίλσμα, γνωστός για τις εμπνευσμένες, ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες του.
Στο επίκεντρο του εγχειρήματος, επομένως, βρίσκονται ο ήχος και οι αποχρώσεις. Eνα πιο χαμηλό μουσικό όργανο αυτονόητα έχει πολύ πιο πλούσιες αρμονικές, όπως και την ικανότητα να αναδείξει τελείως διαφορετικές ποιότητες της ίδιας μουσικής φράσης. Προφανώς σκοπός δεν είναι η ανταγωνιστική σύγκριση ανάμεσα στο βιολί και το βιολοντσέλο πίκολο, αλλά η ευκαιρία την οποία προσφέρει το δεύτερο να φωτιστούν με διαφορετικούς τρόπους έργα που έχουν γίνει γνωστά με έναν ήχο πολύ πιο φωτεινό και οξύ. Η διαφορά φαίνεται στα ζωηρά μέρη, όπως η γνωστή γκαβότα της τρίτης Παρτίτας (BWV 1006), αλλά και στα στοχαστικά, όπως το πρώτο μέρος της πρώτης Σονάτας ή στα πολλαπλώς απαιτητικά, όπως η εκτενέστατη φούγκα της δεύτερης Σονάτας. Ακριβώς, όπως το λέει ο Μπρουνέλο, μεταβάλλεται η προοπτική, επομένως και όσα εισπράττει κανείς από τη μουσική.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προστίθεται ένα επίπεδο συναισθηματικού βάθους, σε αντίθεση με την περισσότερο αποστασιοποιημένη ανάγνωση ενός βιολιού και ρίχνονται γέφυρες τόσο προς τα έργα για τσέλο του ίδιου του Μπαχ, όσο και σε συνθέσεις συγχρόνων του, που έδρασαν σε διαφορετικές συνθήκες, όπως ο Γάλλος Μαρέν Μαρέ και τα εσωστρεφή έργα του για βιόλα ντα γκάμπα.
Δεξιοτεχνία χωρίς υπερβολές
Oλα αυτά φανερώθηκαν στο κοινό χάρη στη μουσικότητα του Μπρουνέλο, την άρτια τεχνική, τη δεξιοτεχνία και κυρίως την εκφραστικότητα με την οποία απέδωσε τη μουσική. Λιτός, αλλά όχι στεγνός, δεξιοτεχνικά γενναιόδωρος αλλά χωρίς υπερβολή, διάβασε τις δύο Σουίτες και την Παρτίτα φωτίζοντας λιγότερο την όψη του κάντορα στον Μπαχ και περισσότερο αυτήν του ανθρώπου που αγάπησε τη ζωή και απέκτησε είκοσι παιδιά. Οι φράσεις είχαν κίνηση και παλμό, ενώ παράλληλα έμενε χώρος για να απολαύσει κανείς όσα μόλις είχε ακούσει. Στην εποχή μας τα διάσημα έργα, όπως αυτά του Μπαχ, θεωρούνται κτήμα των φιλόμουσων και επομένως εναπόκειται στην εκάστοτε ερμηνεία να εστιάσει στην ανάδειξη κάποιας ή κάποιων από τις αρετές τους. Οι προτάσεις του Μπρουνέλο ξεχώρισαν για την αυθεντικότητά τους και ένα ισορροπημένο μείγμα ανάμεσα στο συναίσθημα και τον ορθό λόγο.

