Ελληνική τζαζ ή τζαζ από Ελληνες; Αυτό ήταν ένα ερώτημα που πολλά χρόνια πλανιόταν και αποτέλεσε συχνά σημείο διενέξεων, έχοντας τις ρίζες του στην πεποίθηση ότι η τζαζ στην Ελλάδα είχε ερασιτεχνικά χαρακτηριστικά και το επίπεδο των μουσικών ήταν κατώτερο από αυτό των ξένων ομοτέχνων τους.
Τελευταία έχουν γίνει ριζικές αλλαγές. Οι μουσικοί τελειοποίησαν την τεχνική τους, έκαναν σημαντικές σπουδές, διεύρυναν τους ορίζοντές τους, βγήκαν από τα ελληνικά σύνορα. Με πολύ μόχθο και προσωπική εργασία απαλλάχθηκαν από τα κόμπλεξ κατωτερότητας και δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα.
Το ερώτημα γίνεται και πάλι επίκαιρο με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «100 χρόνια ελληνική τζαζ» (εκδ. Ογδοο) του μουσικοκριτικού και συγγραφέα Φώντα Τρούσα.

Από τις πολύ πρώιμες παραστάσεις του μουσικού θεάτρου και το ελαφρό τραγούδι, όπου η τζαζ ανιχνευόταν ως διακριτό μουσικό χαρακτηριστικό, έως τις μέρες μας, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει ένα οδοιπορικό με ανεκτίμητες πληροφορίες και κομβικούς σταθμούς.
Σταρ στην Αθήνα
Από το 1927 που ο σοπράνο σαξοφωνίστας και κλαρινίστας Σίντνεϊ Μπέκετ εμφανιζόταν στην Αθήνα και τη μεγάλη συναυλία τζαζ της αρτίστας Τζόσεφιν Μπέικερ στο Παλλάς το 1934, χρονιά που ο Γιάννης Κυπαρίσσης ίδρυε τη Συμφωνική Τζαζ Αθηνών, έως τις συναυλίες διάσημων ξένων (Γκιλέσπι, Αρμστρονγκ, Σινάτρα, Φιτζέραλντ, Τζάρετ, Ντέιβις), η αφήγηση ξετυλίγεται συναρπαστικά.
Ο αναγνώστης ανακαλύπτει άγνωστες στο ευρύ κοινό πτυχές όπως τη διάλεξη του Ντίνου Χριστιανόπουλου «Μια υπεράσπιση της τζαζ» το 1953 στα εντευκτήρια της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, τη σχέση του αρχιμουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου με την τζαζ, την πρώτη φορά που παίχτηκε αυτοσχεδιαστική τζαζ στην Ελλάδα, το 1965, όταν το τρίο μαύρων μουσικών Sound Inc. εμφανιζόταν στα εγκαίνια της θρυλικής «Κιβωτού της Αμυ» στην Πλάκα, πρωτοποριακού καλλιτεχνικού χώρου του πολυσχιδούς Μίνου Αργυράκη και της συζύγου του, Αμυ Μιμς.
Παρακολουθούμε τις τζαζ διαδρομές καλλιτεχνών που συνδέθηκαν με άλλα είδη μουσικής (Πλέσσας, Σπάρτακος, Λαβράνος, Βάνου κ.ά.), ενώ μετά τη δεκαετία του ’60 καθοριστικά πρόσωπα, περιστατικά, φεστιβάλ, θεσμούς, χώρους όπως το ιστορικό τζαζ κλαμπ του Μπαράκου, περιοδικά και άλλες σημαντικές προσπάθειες. Τέλος, παρατίθεται λεπτομερής κατάλογος δισκογραφίας από τα ’60s έως σήμερα.
Ο συγγραφέας δεν μεταφέρει τίποτα αβασάνιστα, τίποτα που έχει καθιερωθεί εκ προοιμίου ως θέσφατο. Αντιθέτως, η εξονυχιστική τεκμηρίωση μέσω έγκυρων, αναμφισβήτητων πηγών, συμβάλλει στην ψύχραιμη αποτίμηση γεγονότων και καταστάσεων. Τα τεκταινόμενα εντάσσονται στο κοινωνικοϊστορικό τους πλαίσιο. Το βιβλίο, απαλλαγμένο από στείρες ακαδημαϊκές ακαμψίες, διαβάζεται με εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Μπορούν άραγε οι σημερινοί Ελληνες τζαζίστες να συνεχίσουν αυτή την 100χρονη ιστορία; «Η ελληνική τζαζ αφορούσε πάντα ένα συγκεκριμένο κοινό, καθώς δεν είναι ποπ», σχολιάζει ο Φώντας Τρούσας. «Ναι μεν είναι μουσική λαϊκή, αλλά στην πορεία συνδέθηκε πιο έντονα με τον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό, την πρωτοπορία και με τις κατά τόπους παραδόσεις. Ολα αυτά έδωσαν στην τζαζ μια μορφή απαιτητική, κάτι που σημαίνει πως για να την παρακολουθήσει κάποιος θα πρέπει να είναι και ο ίδιος πεπαιδευμένος. Ακόμη και οι πιο “εύκολες” μορφές της τζαζ έχουν απαιτήσεις». Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η ελληνική τζαζ βρίσκεται σε ένα καλό σημείο με θετικές προοπτικές. «Οσο οι μουσικοί και το κοινό εκπαιδεύονται τα πράγματα θα πηγαίνουν μπροστά – και αυτό συμβαίνει σήμερα στην ελληνική σκηνή, η οποία βρίσκεται σε πολύ καλή φάση. Οι προοπτικές είναι θετικές λοιπόν, όταν μάλιστα υπάρχουν δυνατότητες για συνεργασίες και εμφανίσεις σε κλαμπ, φεστιβάλ και σκηνές όχι μόνο του εσωτερικού, αλλά και του εξωτερικού. Βεβαίως, υπάρχουν σκηνές που είναι μπροστά, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη Νορβηγία, και αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο, ως χώρα, υπολειπόμαστε. Δεν υπάρχουν τζαζ θεσμοί στην Ελλάδα, που να ανοίγουν δρόμους και να δίνουν λύσεις. Αρα μια τέτοιου τύπου αρωγή απαιτείται από ψηλά, γιατί η τζαζ δεν γίνεται να αναπτυχθεί στηριζόμενη μόνο στο κοινό της».
Είναι αλήθεια πάντως ότι η τζαζ στην Ελλάδα πέρασε δύσκολα χρόνια. Ο Σάκης Παπαδημητρίου, πιανίστας, συνθέτης, συγγραφέας, εμβληματική μορφή της ελληνικής τζαζ, θυμάται την απαξίωση του είδους σε σχέση με την κλασική μουσική την περίοδο της χούντας, όταν, για παράδειγμα, οι τότε σκληροί κανόνες των ωδείων αναγνώριζαν το σαξόφωνο μόνο ως κλασικό όργανο. Εδώ και χρόνια, όπως λέει, αυτές οι διακρίσεις εξαφανίστηκαν και οι μουσικοί που υπηρέτησαν τα δύο είδη διασταυρώθηκαν πολλές φορές. «Τζαζ μουσικοί σπούδαζαν κλασική και καταξιωμένοι κλασικοί μουσικοί έπαιξαν τζαζ. Η τζαζ με τη δυνατότητα αφομοίωσης που έχει, δέχτηκε επιρροές από δημοτικά, παραδοσιακά, τραγούδια των Γιαννίδη, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη. Τα πράγματα εξελίχθηκαν ραγδαία στην τεχνολογία, στην περφόρμανς και στη θεατρικότητα», επισημαίνει.
Κάτι που χάθηκε μέσα στα χρόνια ήταν η χορευτική φυσιογνωμία της τζαζ μουσικής. «Στα ’50s χορεύαμε με την τζαζ. Σήμερα, παρά τις εξαιρέσεις, δεν παίζει το γκρουπ για να χορεύει ο κόσμος τζαζ. Οι μουσικοί απέκτησαν σπουδαία τεχνική σπουδάζοντας στο Μουσικό Τμήμα του Ιονίου Πανεπιστημίου και στις σχολές Ελλάδας και εξωτερικού. Ομως ο αυτοσχεδιαστής (όρος άρρηκτα συνδεδεμένος με την τζαζ) αυτοβελτιώνεται. Οχι μόνο μέσα από τα βιβλία και τη σταθερή εκμάθηση μουσικής, αλλά και μέσα από άλλες τέχνες, τις νέες τεχνολογίες, τις σημερινές συνθήκες. Εδώ εισέρχεται το θέμα της υψηλής τεχνικής. Στην τζαζ υπερέχει το προσωπικό στοιχείο. Είναι απαραίτητη η τεχνική αλλά χρειάζονται και οι ιδέες και η διάθεση να ξανοιχτούν οι μουσικοί και να απελευθερωθούν». Τα τελευταία χρόνια όμως Ελληνες τζαζίστες «ξανοίγονται», όχι μόνο μουσικά, αλλά ταξιδεύουν εκτός συνόρων και βρίσκουν ένα διεθνές ακροατήριο. «Από την πρώτη συναυλία με τους Primavera en Salonico στο εξωτερικό, στο φεστιβάλ Womad τον Ιούλιο του 1996, το κοινό δεν έδινε σημασία για το αν έβλεπε ένα ελληνικό συγκρότημα. Eρχονταν στα φεστιβάλ ανυποψίαστοι και τους άρεσε αυτό που άκουγαν ανεξαρτήτως εθνικότητας. Αλλά και οι κριτικές που όλα αυτά τα χρόνια έλαβαν οι συναυλίες και οι δίσκοι μας στην ECM, ήταν πάντα πολύ θετικές. Μόνο μία φορά θυμάμαι αρνητική κριτική που είχε γίνει για εξωμουσικούς λόγους», μας λέει η καταξιωμένη ερμηνεύτρια Σαβίνα Γιαννάτου, που συνδυάζει παραδοσιακές μουσικές και τζαζ στοιχεία έχοντας δυναμική παρουσία στον ελεύθερο τζαζ αυτοσχεδιασμό. «Σήμερα και στην ελληνική τζαζ έχει αναβαθμιστεί αισθητά η τεχνική των μουσικών, οι οποίοι πλέον έχουν πολλαπλασιαστεί. Το ίδιο και στη free jazz, για την οποία μπορώ να έχω κάποια γνώμη, όπου η έκφραση είναι ελεύθερη και υπάρχουν πλέον χώροι γι’ αυτό το είδος. Στις ξένες χώρες (π.χ. Αμερική και σκανδιναβικές χώρες), πέραν των πληθωρικών κρατικών χρηματοδοτήσεων και του απαιτητικού κοινού, υπάρχει κι εκ μέρους των μουσικών μια διακριτή φυσιογνωμία στον ήχο. Ισως αν κι εμείς στην Ελλάδα αποκτούσαμε τη δική μας ταυτότητα και σ’ αυτό το είδος μουσικής, να υπήρχε μια ιδιαίτερη ώθηση».

Είναι όμως αρκετό το υψηλό επίπεδο μουσικών για την ανάπτυξη ελληνικής τζαζ σκηνής; Ο κοντραμπασίστας και συνθέτης Πέτρος Κλαμπάνης, διαμένοντας μεταξύ Νέας Υόρκης και Αθήνας, με εκλεκτή διεθνή καριέρα, εντοπίζει στις συνθήκες και υποδομές βασικό έλλειμμα. «Η μουσική σκηνή στην Ελλάδα που σχετίζεται με την τζαζ και τον αυτοσχεδιασμό έχει σήμερα πολύ υψηλό επίπεδο μουσικών, έντονες προσωπικές φωνές και μια νέα γενιά που κινείται με άνεση ανάμεσα στην παράδοση, στη σύνθεση και στη διεθνή μουσική πραγματικότητα. Οι Eλληνες μουσικοί μπορούν να σταθούν παντού, γιατί διαθέτουν τεχνική, φαντασία και συχνά μια ιδιαίτερη αίσθηση μελωδίας και συλλογικότητας. Αυτό που λείπει δεν είναι το επίπεδο, αλλά οι συνθήκες: υποδομές, σταθερή στήριξη, παραγωγή, δικτύωση και ένα οικοσύστημα που να επιτρέπει τη συνέχεια και την εξέλιξη».
Περισσότεροι χώροι
Σε ανάλογο κλίμα η Τάνια Γιαννούλη, που διαμορφώνει προσεκτικά ένα ξεχωριστό πορτρέτο πιανίστριας και συνθέτριας διεθνώς, καταθέτει την προσωπική της αγωνία: «Παρότι η τζαζ στην Ελλάδα ανθεί, οι χώροι και τα φεστιβάλ παραμένουν λίγα. Eξω, η ελληνική σκηνή υποεκπροσωπείται. Ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος και για μένα, μια γυναίκα μουσικό από τον Νότο, το να βρω και να καθιερώσω τη θέση μου στην Ευρώπη ήταν μια μεγάλη πρόκληση. Ταξιδεύω, παίζω σε μεγάλα φεστιβάλ και βλέπω πως στη χώρα μας λείπει ένα πλάνο προώθησης. Στην υπόλοιπη Ευρώπη υπάρχουν χρηματοδοτήσεις που δίνουν ευκαιρίες, ενώ εδώ η στήριξη είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Παρά τη μοναχική φύση και τις δυσκολίες της πορείας μου, νιώθω περήφανη που κάνω αυτό που αγαπώ περισσότερο».

Oλα αυτά τα χρόνια η ελληνική τζαζ ανέπνεε δίπλα στο κοινό της, στους χώρους που φιλοξενήθηκε. Eνας από αυτούς είναι το ιστορικό Half Note Jazz Club με 45 χρόνια λειτουργίας. «Ειδικά την τελευταία εικοσαετία κι έχοντας μέτρο σύγκρισης την παρουσία εμβληματικών ξένων καλλιτεχνών, μπορώ να δω τα μεγάλα άλματα που έχουν κάνει οι Ελληνες μουσικοί στο επίπεδο γενικής μουσικής γνώσης, τεχνικής στα μουσικά όργανα, εργασιακής ηθικής και σεβασμού, δημιουργίας δικού τους κοινού και, κυρίως, εμπιστοσύνης στις δυνάμεις τους», λέει ο καλλιτεχνικός διευθυντής Θράσος Ειρήνης. Στο κλαμπ του Μετς έχουν εμφανιστεί σπουδαία ξένα ονόματα και οι περισσότεροι Ελληνες τζαζίστες. «Μπορεί ακόμη το μάρκετινγκ των Ελλήνων μουσικών και η παρουσία τους σε διεθνείς θεσμούς να μην είναι ικανοποιητικά, αλλά κι εκεί συντελούνται κοσμοϊστορικές αλλαγές. Σε μια χώρα χωρίς οργανωμένη στήριξη σχετικών θεσμών από την πολιτεία, οι μουσικοί αγωνίζονται να χτίσουν την παράδοση στην τζαζ, που μας λείπει. Πριν από κάποια χρόνια ήμουν απλώς αισιόδοξος. Πλέον μπορώ με σιγουριά να πω ότι στον χώρο αυτό συντελείται ένα θαύμα!».

