Παρασκευή στις 9 μ.μ. τα μαγαζιά γύρω από την πλατεία Βαρνάβα είχαν γεμίσει. Το ίδιο και όσα από τα πεζοδρόμια των γύρω δρόμων είχαν τραπεζοκαθίσματα, με τις παγωμένες μπίρες να έχουν σερβιριστεί. Περπατώντας στην οδό Ευτυχίδου και στρίβοντας αριστερά στην Αστυδάμαντος, απολαύσαμε το ποτό μας όχι σε ένα από τα μπαρ της περιοχής, αλλά στο στούντιο ζωγραφικής «Art of Εnea».
Ο καλλιτέχνης και δάσκαλος ζωγραφικής Αινέα Γκούζια είναι ένας από τους λίγους που διαθέτουν στούντιο στο κέντρο της πόλης και διοργανώνουν τις λεγόμενες «Drink and Draw» συναντήσεις. «Ηταν ιδέα μιας από τις μαθήτριές μου, όταν βρισκόμουν ακόμη στο πρώτο μου στούντιο, που ήταν μόλις 16 τ.μ., σε μία ταράτσα στον Βύρωνα. Καθώς ζωγραφίζαμε μου είπε “δεν θα ήταν ωραία να πίναμε και κρασάκι παράλληλα;”. Το είχε δει να συμβαίνει στο εξωτερικό. Είναι αρκετά διαδεδομένο σε χώρες όπως η Ολλανδία».

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά του στούντιο, ένα από τα πράγματα που αντικρίσαμε –πέρα από τα καβαλέτα, τα πορτρέτα και τη σύνθεση που μας περίμενε να αποτυπωθεί στο χαρτί– ήταν ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι, γεμάτο χρώματα, που είχε μεταμορφωθεί σε αυτοσχέδιο μπαρ. Σιγά σιγά άρχισαν να φτάνουν και όσοι είχαν προλάβει να κλείσουν θέση για το μάθημα, μέσω Instagram. «Είναι ό,τι πρέπει για μια χαλαρή έξοδο Παρασκευής. Μετά την τρέλα της καθημερινότητας είναι για εμένα ο καλύτερος τρόπος αποσυμπίεσης», μας είπε η Σπυριδούλα Καλλιανέζου, η οποία ερχόταν για δεύτερη φορά σε «Drink and Draw».
Νεκροκεφαλή και βιβλίο
Κοιτάζαμε με μια μικρή ανησυχία τη σύνθεση που είχε επιλέξει ο κ. Γκούζια για το νυχτερινό μάθημα: μια πήλινη νεκροκεφαλή μπροστά από μια μπλε κανάτα και από κάτω ένα κόκκινο βιβλίο – ξεκάθαρη πρόκληση για αρχάριους. Μας πρότεινε πρώτα να σερβιριστούμε. Γεμίσαμε τα ποτήρια μας, άλλοι με άπερολ σπριτζ, άλλοι με κρασί, και διαλέξαμε τις θέσεις μας. «Προσέξτε μόνο να μη βουτήξετε τα πινέλα στο τζιν τόνικ αντί για το νερό, συμβαίνει συχνά», είπε γελώντας λίγο πριν ξεκινήσουμε, προλαβαίνοντας μία από τις μαθήτριες από το να «χρωματίσει» το ποτό της. Η πρώτη οδηγία ήταν απλή: «Κάντε ένα παιδικό σχέδιο, μην κολλήσετε στη λεπτομέρεια». Με ήρεμη φωνή και αφού άνοιξε ένα σαμπανιζέ κρασί, μας έδειξε μια βασική, προσιτή προσέγγιση για να αρχίσουμε να χτίζουμε τη σύνθεση. Ο καθένας ήταν ελεύθερος να ζωγραφίσει ό,τι θέλει –τίποτα δεν ήταν υποχρεωτικό– έτσι κι εμείς αποφασίσαμε αρχικά να αφήσουμε τη νεκροκεφαλή εκτός πίνακα και να επικεντρωθούμε στα επιμέρους ευκολότερα στοιχεία.
«Ηταν ιδέα μιας μαθήτριάς μου. Καθώς ζωγραφίζαμε μου είπε “δεν θα ήταν ωραία να πίναμε και κρασάκι παράλληλα;”. Το είχε δει να συμβαίνει στο εξωτερικό. Είναι αρκετά διαδεδομένο σε χώρες όπως η Ολλανδία», λέει ο ζωγράφος Αινέα Γκούζια.
«Προσπαθώ να κάνω τη ζωγραφική πιο προσιτή. Πολλοί μου λένε “δεν ξέρω από σχέδιο”, “δεν έχω καμία σχέση με την τέχνη”, αλλά δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να αισθανθείς κάτι μέσα από αυτή τη διαδικασία. Είναι σαν να λες ότι, αν δεν ξέρεις να διαβάζεις παρτιτούρες, δεν μπορείς να ακούσεις μουσική. Εδώ ερχόμαστε πρώτα για να περάσουμε καλά και μετά για να δημιουργήσουμε και να μάθουμε κάτι. Οχι για να αποδείξουμε αν ξέρουμε τεχνική», μας εξηγεί και συνεχίζει: «Πολλοί που επιλέγουν το μάθημα πιστεύουν ότι δεν μπορούν να τραβήξουν ούτε μια ίσια γραμμή, αλλά δεν υπάρχει άνθρωπος που να ήρθε σε “Drink and Draw” και να μην έφτιαξε κάτι που να του άρεσε στο τέλος».

Η Αθηνά Μετσοβίτη ήταν η μόνη που δημιούργησε κάτι εντελώς διαφορετικό από τη σύνθεση που είχε προταθεί. «Για εμένα το “Drink and Draw” δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα, αλλά μια στιγμή απόλυτης χαλάρωσης. Οταν ζωγραφίζω, με τη μουσική να παίζει στο background και αυτόν τον ατμοσφαιρικό φωτισμό, δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο», μας είπε τη στιγμή που ολοκλήρωνε το πορτρέτο ενός ζευγαριού. Ηταν τόσο βυθισμένη στη δημιουργία της, που ξέχασε ακόμη και το ποτό της, όπως και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους μαθητές. «Πολλοί είναι αυτοί που στην αρχή έρχονται για το φαν της κατάστασης. Στη συνέχεια όμως παρασύρονται από τη διαδικασία και καταλήγουν να συγκεντρώνονται χωρίς να αφήνουν το πινέλο κάτω για ώρες», παρατηρεί ο κ. Γκούζια.
Πρώτα ερεθίσματα
Ο μόλις 30 ετών καλλιτέχνης είναι αυτοδίδακτος. Τα πρώτα του ερεθίσματα προήλθαν από τους γονείς του, οι οποίοι παρ’ όλα αυτά δεν είχαν άμεση σχέση με την τέχνη. «Ο πατέρας μου ήταν σιδηρουργός και η μητέρα μου μοδίστρα. Τους έβλεπα να δουλεύουν με τα χέρια τους και να φτιάχνουν πράγματα. Δεν ήταν τέχνη με την κλασική έννοια, αλλά για εμένα ήταν οι πρώτες εικόνες δημιουργίας», αναφέρει. Παρά το διαφορετικό τους υπόβαθρο, υπήρξαν ιδιαίτερα υποστηρικτικοί στην απόφασή του να γίνει ζωγράφος. «Στην Αλβανία η κοινωνία ήταν –και σε κάποιο βαθμό παραμένει– συντηρητική απέναντι σε πιο καλλιτεχνικά επαγγέλματα. Εγώ γεννήθηκα εδώ και οι γονείς μου από την πρώτη στιγμή με στήριξαν να συνεχίσω».
Αν και το ταλέντο του ήταν εμφανές, δεν έγινε δεκτός σε καμία Σχολή Καλών Τεχνών της χώρας, καθώς το στυλ του δεν ταίριαζε στα πρότυπα εισαγωγής. «Ετσι αποφάσισα να το ψάξω μόνος μου», τονίζει – και είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς κοιτάζοντας τους πίνακες στο στούντιό του, γεμάτους λεπτομέρειες και επαγγελματισμό. Αντί να απογοητευθεί, πήρε την πρωτοβουλία πριν από κάποια χρόνια να οργανώσει μια προσωπική έκθεση σε ένα καφέ στον Βύρωνα. «Πήγε απρόσμενα καλά. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πολύ θερμή και το βάιμπ πολύ φιλικό. Κάθε μέρα μαζευόταν νέος κόσμος για να χαζέψει τα έργα», θυμάται.
«Στην Αλβανία η κοινωνία ήταν –και σε κάποιο βαθμό παραμένει– συντηρητική απέναντι σε πιο καλλιτεχνικά επαγγέλματα. Εγώ γεννήθηκα εδώ και οι γονείς μου από την πρώτη στιγμή με στήριξαν να συνεχίσω».
Κάποια στιγμή τον κάλεσαν από το καφέ, γιατί μια κοπέλα ήθελε να αγοράσει έναν πίνακά του, ο οποίος απεικόνιζε έναν σφουγγαρά με σκάφανδρο. «Πήγα να τη γνωρίσω – μου αρέσει να συναντώ όσους ενδιαφέρονται για τα έργα μου. Και τότε μου είπε ότι ο πίνακας θα γίνει… το δαχτυλίδι του γάμου της. Ο σύντροφός της είναι δύτης και ήθελε να του κάνει πρόταση γάμου με αυτόν τον πίνακα», μας αφηγείται.
Σημείο αναφοράς
Από αυτή την πρώτη επιτυχία, η πορεία προς το δικό του στούντιο στο Παγκράτι ήρθε σχεδόν φυσικά. Ο χώρος άνοιξε τον περασμένο Σεπτέμβριο και έχει ήδη γίνει σημείο αναφοράς για τη γειτονιά. Πέρα από κατοίκους του Παγκρατίου και του Βύρωνα που συμμετέχουν στα μαθήματα, η περιοχή έχει πολλά διαμερίσματα Airbnb, οπότε συχνά εμφανίζονται και τουρίστες που θέλουν να δοκιμάσουν ένα «Drink and draw» ή να συμμετάσχουν σε ένα απλό μάθημα. Ενα από τα ωραία του χώρου είναι ότι επικοινωνεί άμεσα με τον δρόμο. Ο κόσμος περνάει, βλέπει μέσα από τη μεγάλη τζαμαρία τους υπόλοιπους να ζωγραφίζουν και σταματάει από περιέργεια. «Κάποιοι μού χτυπούν το τζάμι για να με χαιρετήσουν. Μπορεί να μη γνωριζόμαστε καν. Αλλοι μπαίνουν για να ρωτήσουν για τα μαθήματα και καταλήγουν να κάθονται με τις ώρες», μας λέει.

Η καθημερινότητα στο ημιυπόγειο στούντιο έχει και τις απρόβλεπτες στιγμές της. «Προχθές πέρασε ένας κύριος, εντελώς μεθυσμένος, με τον σκύλο του. Σταμάτησε στο παράθυρο, μου έκανε κάτι νοήματα και άρχισε να μου λέει πόσο του αρέσουν οι πίνακες. Αλλες φορές εμφανίζονται άνθρωποι με τα πιο απίθανα αιτήματα. Μια κυρία είχε έρθει με κάτι στέφανα και μου ζήτησε να γράψω καλλιγραφικά τα ονόματα του ζευγαριού», μας αφηγείται γελώντας και συμπληρώνει: «Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται παράξενα, αλλά για εμένα είναι από τα μεγαλύτερα προσόντα του χώρου – η άμεση επικοινωνία του με τους ανθρώπους της γειτονιάς».

