1.046 άτομα από όλη την Ελλάδα: 594 γυναίκες και 452 άνδρες, οι 483 ηλικίας 60-70 ετών, οι 411, 71-80 ετών και οι 152 άνω των 80. Ποια είναι η σχέση τους με τον πολιτισμό; Απολαμβάνουν δραστηριότητες που τους άρεσαν και παλαιότερα; Πώς αξιολογούν τη ζωή και την καθημερινότητά τους; Τι θα ήθελαν να τους προσφερθεί ως δραστηριότητα; Σε αυτά κλήθηκαν να απαντήσουν οι συμμετέχοντες στην έρευνα που πραγματοποίησε το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) για λογαριασμό του ΚΠΙΣΝ. Ο στόχος είναι προφανής. «Τα ευρήματα μπορούν με απτό και πρακτικό τρόπο να εμπλουτίσουν και να ενισχύσουν το ισχύον πλαίσιο τόσο για εμάς όσο και άλλους φορείς», εξηγεί η Αθηνά Μπαλοπούλου, διευθύντρια Στρατηγικής και Ανάπτυξης του ΚΠΙΣΝ.
Πίσω από τα ερωτήματα που τέθηκαν, όμως, υπήρχαν και κρισιμότερες διερευνήσεις: πώς οργανώνονται στην πράξη οι μορφές συμμετοχής στην τρίτη ηλικία, ποιες ανάγκες και επιθυμίες εκφράζονται μέσα από τις προτεινόμενες δράσεις, πώς επηρεάζονται όλα αυτά από την υγεία, την κοινωνική θέση, τις οικογενειακές σχέσεις, το εισόδημα, την ενημέρωση και το κοινωνικό περιβάλλον; Τέλος, πώς θα μπορούσαν να αρθούν οι ανισότητες στη γήρανση; Σημειωτέον ότι μόνο 75 από τους συμμετέχοντες δήλωσαν ότι παρακολουθούν μαθήματα ή πρόγραμμα εκπαίδευσης σε κάποια δομή, αν και σε ποσοστό 45,3% γνώριζαν την ύπαρξή τους.
Οι πιο εξωστρεφείς
Μια ιδιαίτερη «ανθρωπογεωγραφία» σχηματίζεται από τα συμπεράσματα της έρευνας. Η επίδραση του φύλου φαίνεται να αναπαράγει δύο σχετικά διακριτούς τρόπους πολιτισμικής ενεργοποίησης. Στις γυναίκες είναι μεγαλύτερη η συμμετοχή σε δημιουργικές πρακτικές και σε κοινοτικές/θρησκευτικές δραστηριότητες, όχι απλώς για λόγους αναψυχής, αλλά γιατί τέτοιες δραστηριότητες συχνά έχουν ιστορικά συνδεθεί με την κοινωνική ταυτότητά τους. Οι άνδρες εμφανίζουν εντονότερη κοινωνική εξωστρέφεια και συμμετοχή σε δραστηριότητες δημόσιας παρουσίας ή εξόδου από το σπίτι. Η συχνότερη παρουσία τους σε καφενεία ή καφέ, πολιτιστικές ή αθλητικές εκδηλώσεις, καθώς και τα υψηλότερα ποσοστά στο περπάτημα (είτε για καθημερινές δουλειές είτε για άσκηση) συγκροτούν ένα πιο εξωστρεφές και κινητικό προφίλ. Το γεωγραφικό μοτίβο, από την άλλη, δείχνει ότι στις μεγάλες πόλεις ενισχύεται η πολιτισμική διάσταση, ενώ στην περιφέρεια και στις νησιωτικές περιοχές επιβιώνουν ισχυρότερα κοινοτικά και θρησκευτικά πρότυπα συμμετοχής.

Η οικογενειακή κατάσταση επίσης συνδέεται με διαφοροποιήσεις. Οι έγγαμοι χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη κοινωνική εξωστρέφεια. Αυτό μπορεί να αντανακλά το γεγονός ότι ο γάμος συνήθως συνεπάγεται την ύπαρξη πιο σταθερών κοινωνικών δικτύων, την ευκολότερη διατήρηση κοινωνικών επαφών και τη μεγαλύτερη συμμετοχή σε επισκέψεις ή κοινές εξόδους. Οι άγαμοι έχουν επίσης καλές επιδόσεις στην κινητικότητα/άσκηση και στις επισκέψεις σε φίλους ή συγγενείς, κάτι που ενδεχομένως υποδηλώνει μια ατομικά οργανωμένη μορφή κοινωνικότητας: έχουν μάθει να ζουν μόνοι και καλά. Αντιθέτως, τα άτομα σε χηρεία εμφανίζουν χαμηλότερη κοινωνική εξωστρέφεια: η απώλεια συντρόφου, άλλωστε, δεν συνδέεται μόνο με συναισθηματική επιβάρυνση, αλλά και με συνολικότερες μεταβολές στην οργάνωση της καθημερινής ζωής και στην αίσθηση νοήματος.
«Αυτό που εκφράζεται τυπικά ως “έλλειψη ενδιαφέροντος” μπορεί να είναι η ρεαλιστική συνειδητοποίηση των περιορισμών που βιώνουν τα άτομα τρίτης ηλικίας», λέει η δρ Δήμητρα Κονδύλη, διευθύντρια Ερευνών ΕΚΚΕ.
Η έρευνα παρέχει πληθώρα στοιχείων για τη σχέση των ατόμων τρίτης ηλικίας με τον πολιτισμό. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της, ωστόσο, βρίσκεται σε όσα… δεν ειπώθηκαν. Ενας στους τέσσερις ερωτώμενους αρνήθηκε να απαντήσει, δηλώνοντας μάλιστα ότι δεν ενδιαφέρεται για το θέμα. «Σε ποσοστό 24,4% οι συμμετέχοντες δεν θέλησαν να καταγράψουν ως αίτημα ή ως προσδοκία οποιοδήποτε είδος εμπειρίας ή ενεργοποίησής τους. Η στάση αυτή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αδιαφορία ή έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά ενδεχομένως ως ένδειξη ότι τα υλικά, κοινωνικά και συμβολικά εμπόδια που συναντούν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι στην καθημερινή ζωή τους περιορίζουν δραματικά τον “χώρο” και το φάσμα δράσης που νιώθουν ότι τους αναλογεί. Αυτό δεν σας κρύβω ότι με προβλημάτισε», λέει στην «Κ», εκ μέρος του ΚΠΙΣΝ, η Αθηνά Μπαλοπούλου, τονίζοντας ότι υπήρξε και κάτι που την εξέπληξε θετικά: «Οτι στην έρευνά μας ο ηλικιακός ρατσισμός δεν καταγράφηκε ως παράμετρος η οποία θέτει συχνά ή σοβαρά εμπόδια στη συμμετοχή στην πολιτιστική και κοινωνική ζωή εν γένει».
Ενας στους τέσσερις δήλωσε «δεν με ενδιαφέρει», λοιπόν. Πιθανότατα, όμως, πίσω από αυτό κρύβεται ένα «δεν μπορώ», «δεν έχω πρόσβαση», «δεν πιστεύω ότι αφορά εμένα». Κι αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην παραίτηση. Από τη στιγμή που αδυνατούν να συμμετάσχουν, τα ηλικιωμένα άτομα προτιμούν να μην προτείνουν καν οτιδήποτε.
«Πράγματι, αυτό που εκφράζεται τυπικά ως “έλλειψη ενδιαφέροντος” μπορεί να είναι η ρεαλιστική συνειδητοποίηση των περιορισμών που βιώνουν. Επιπλέον, συχνά οι άνθρωποι δεν απέχουν επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή η συμμετοχή προϋποθέτει πράγματα που δεν είναι καθόλου αυτονόητα: να το μάθουν εγκαίρως, να μπορούν να μετακινηθούν, να νιώθουν ασφαλείς, να αντέχουν το κόστος, να έχουν παρέα ή υποστήριξη – και να αισθάνονται ότι ο χώρος τούς περιλαμβάνει πραγματικά. Γι’ αυτό, η μη συμμετοχή εξηγείται καλύτερα από την έλλειψη πρόσβασης, όταν όμως την αντιληφθούμε με την ευρεία έννοιά της: πέρα από τα εμπόδια στη φυσική μετακίνηση (π.χ. απομακρυσμένες ή προβληματικές συγκοινωνίες), είναι η έλλειψη πρόσβασης στην ενημέρωση (και εδώ θα πρέπει να σκεφτούμε ότι δεν αρκεί να δημοσιοποιούνται οι δράσεις σε έναν ιστότοπο, αλλά θα πρέπει ενεργητικά να προωθούνται για να φτάσουν στα άτομα αυτής της ιδιαίτερης ομάδας), στην οικονομική δυνατότητα, στην αυτοπεποίθηση, στη συντροφιά, στην αίσθηση πως “αυτό είναι και για μένα”», επισημαίνει η δρ Δήμητρα Κονδύλη, διευθύντρια Ερευνών και αναπληρώτρια διευθύντρια στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών του ΕΚΚΕ.
Ομάδες
Πολλές φορές, μάλιστα, δεν είναι ένα το εμπόδιο, αλλά αθροίζονται περισσότερα ή και όλα αυτά. «Παράλληλα, όμως, όπως φάνηκε ιδίως από την ποιοτική έρευνα με τις συνεντεύξεις σε ομάδες, οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας συμμετέχουν με μεγαλύτερο ενθουσιασμό όταν εντάσσονται σε ομάδες, δημιουργούν νέες κοινωνικές σχέσεις, αναπτύσσουν κοινωνικά δίκτυα», καταλήγει η κυρία Κονδύλη. «Και αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα της έρευνας: η πρόκληση δεν είναι απλώς να προσφερθούν περισσότερες δράσεις, αλλά να δημιουργηθούν πιο ρεαλιστικοί, προσβάσιμοι και κοινωνικά ουσιαστικοί όροι συμμετοχής».
Μέσα στις δυσκολίες, πάντως, που αντιμετωπίζουν τα άτομα της τρίτης ηλικίας και αποτυπώνονται στην έρευνα, υπάρχουν και «ξέφωτα»: στην πλειονότητά τους όσοι απάντησαν στο ερωτηματολόγιο δηλώνουν γενικώς ικανοποιημένοι από τη ζωή τους (65,1%), είπαν πως αισθάνονται ότι οι άνθρωποι γύρω τους τους σέβονται και τους αγαπούν (83,9%) και ότι διατηρούν σχέσεις με ανθρώπους με τους οποίους νιώθουν καλά (83,3%).

