Η Μπάρμπαρα, από τη Νέα Υόρκη, ήταν πραγματικά ενθουσιασμένη. Η αφήγηση της ξεναγού μας, στη διαδρομή από το Ρέθυμνο έως την Αρχαία Ελεύθερνα, είχε εξάψει την περιέργειά της γι’ αυτή τη δοξασμένη πολιτεία, μία από τις ισχυρότερες της Κρήτης κατά την αρχαιότητα, που είχε χαθεί στον χρόνο, μα ξαναήρθε στο φως χάρη στην επιμονή και στην αφοσίωση του ανασκαφέα της, καθηγητή Νίκου Σταμπολίδη, νυν διευθυντή του Μουσείου Ακρόπολης.
Ανυπομονούσε να δει τη νεκρόπολη της Ορθής Πέτρας, τη σημαντικότερη μέχρι σήμερα νεκρόπολη των Σκοτεινών Χρόνων, δηλαδή των αιώνων ανάμεσα στην κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού (γύρω στο 1200 π.Χ.) και στην αρχαϊκή περίοδο (από το 800 π.Χ.): την ταφική πυρά πολεμιστή του 8ου αι. π.Χ. που κάηκε σε ηλικία περίπου 30 ετών, τους ταφικούς πίθους, τον χώρο όπου είχαν ταφεί μαζί τέσσερις γυναίκες από επιφανή ελευθερνιώτικη γενιά και το σημείο όπου βρέθηκε ο σκελετός ενός σκύλου δίπλα σε πιθάρι που περιείχε τα οστά ενός αγοριού, πιθανότατα του κηδεμόνα του.
Το αναβατόριο
Κατέβηκε από το λεωφορείο και άρχισε να ανηφορίζει μαζί με το υπόλοιπο γκρουπ –ξένων και Ελλήνων επιστημόνων και επιχειρηματιών από τις ΗΠΑ, στην πλειονότητά τους– το χωμάτινο δρομάκι που οδηγεί στο εξαιρετικής σημασίας αρχαιολογικό μνημείο της γεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου. Παρά τα κινητικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, δεν σκέφθηκε στιγμή να σταματήσει. Στηριζόμενη στο πι που χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια, κατάφερε να φθάσει μέχρι πάνω.
«Τι καλά, υπάρχει αναβατόριο!», αναφώνησε μόλις το είδε στη βάση της σκάλας που οδηγεί στη νεκρόπολη. «Υπάρχει, αλλά δυστυχώς δεν λειτουργεί», την ενημέρωσε ο αρχαιοφύλακας. «Δεν έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα στον αρχαιολογικό χώρο». Η Μπάρμπαρα εξεπλάγη. «Πώς είναι δυνατόν;», αναρωτήθηκε. Την ίδια έκπληξη είχε νιώσει η ομάδα των επισκεπτών και λίγο πριν. Στο ταμείο τούς είχε ζητηθεί να πληρώσουν μετρητοίς τα 100 και πλέον εισιτήρια, καθώς το εκδοτήριο επίσης δεν διαθέτει ρεύμα – επομένως ούτε POS.
Με τη βοήθεια των φίλων της η Μπάρμπαρα ανέβηκε τελικά τα σκαλιά και στάθηκε σε ένα πλάτωμα, παρακολουθώντας από εκεί, ολομόναχη, το υπόλοιπο γκρουπ στην περιήγησή του. Αργότερα, στο Μουσείο Αρχαίας Ελεύθερνας (πόσο όμορφο, στ’ αλήθεια!) ένας χαλασμένος αυτόματος πωλητής νερού –ο μοναδικός στο μουσείο, το οποίο, σημειωτέον, δεν διαθέτει ακόμη καφετέρια– ήταν ακόμη μία δυσάρεστη έκπληξη για τους διψασμένους επισκέπτες.
Η συζήτηση
Στον δρόμο της επιστροφής η συζήτηση με την ξεναγό αφορούσε τις σοβαρές ελλείψεις προσωπικού στα μουσεία και στους αρχαιολογικούς χώρους μας: «Ειδικά στην Ελεύθερνα, γειτονικές εκτάσεις με επίσης σπουδαία ανασκαφικά ευρήματα από τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους δεν μπορούν να ανοίξουν στο κοινό γιατί δεν επαρκούν οι αρχαιοφύλακες». Ετσι αφαιρέθηκε άλλη μία ψηφίδα από την εικόνα μιας χώρας που υποτίθεται ότι αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως βαριά βιομηχανία της και την αρχαία κληρονομιά της ως το καύσιμο που τη διατηρεί σε κίνηση…

