Ο κεφαλονίτικης καταγωγής Φώτης Πολυμέρης γεννήθηκε στην Πάτρα στις 20 Φεβρουαρίου 1920.
Πρόκειται για έναν από τους πιο προικισμένους ερμηνευτές όλων των εποχών στο ελληνικό τραγούδι, με σπουδαία εργογραφία και μοναδικές συνεργασίες, ενώ φέρει δάφνες και ως κιθαρωδός και συνθέτης τραγουδιών που αγαπήθηκαν και έμειναν (Η κιθάρα του πατέρα, Το τραγούδι του αλήτη, Το βαλς της μοναξιάς, Το βεσπάκι το κορίτσι μου κι εγώ, Γέλα αγάπα και τραγούδα κ.ά.).
Οπως τόνιζε κι ο ίδιος, το πραγματικό του επώνυμο ήταν Παλημέρης, από την αρχαία ονομασία του Ληξουρίου, Πάλη (Παλική).
Απ’ την προπολεμική περίοδο, όταν και έκανε το ντεμπούτο του στη δισκογραφία, ο Πολυμέρης για δεκαετίες, σε ζόρικους καιρούς, βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του ελαφρού δισκογραφώντας ανελλιπώς και εμφανιζόμενος στα καλύτερα κέντρα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ιστορικές οι δάφνες του, ειδικά στην Αμερική.
Οτι κι αν τραγούδαγε, σε πρώτη εγγραφή αλλά και σε επανεκτελέσεις, ειδικά τη δεκαετία του ’50, γινόταν ανάρπαστο.
Από Αττίκ (Είδα μάτια, Μαραμένα τα γιούλια), Ιωσήφ Ριτσιάρδη (Παλιοζωή, παλιόκοσμε και παλιοκοινωνία), Μιχάλη Σουγιούλ (Για μας κελαηδούν τα πουλιά, Ενας κορίτσαρος, Αστα τα μαλλάκια σου, Ας ερχόσουν για λίγο, Θα γυρίσει κι ο τροχός), Κώστα Γιαννίδη (Μάρω – Μάρω, Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά, Θα ξανάρθεις, Λες και ήταν χθες), Χρήστο Χαιρόπουλο (Νινέτα Νανίνα Νινόν, Αχ ψαροπούλα), Ζοζέφ Κορίνθιο (Μάνα), Μίμη Κατριβάνο (Δυο πράσινα μάτια), Γιάννη Βέλλα (Ελα μια νύχτα ν’ αλητέψουμε, Ηρθες αργά), Τάκη Μωράκη (Μόνο κοντά σου, Ηρθες σαν την άνοιξη) έως και Βασίλη Τσιτσάνη (Αραπίνες, Τα σκαλοπάτι σου θα κάνω για κρεββάτι), Σπύρο Περιστέρη (Αφρικάνα, Φατμέ) και Γιώργο Μητσάκη (Δεν είμαι εγώ ο Γιώργος σου, Ο ψαράς).
Παρά ταύτα, οι χώροι έκφρασης και λειτουργίας του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού δεν του… πολυπήγαιναν.
Ο ίδιος αναφέρει σχετικά στην αυτοβιογραφία του «Των αναμνήσεων η λιτανεία», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αγκυρα» το 2003 με την επιμέλεια της κόρης του Φανής Πολυμέρη – Τσεμπερούλη:
«Οι πρόγονοί μου είναι Κεφαλονίτες, άνθρωποι της καντάδας. Το περιβάλλον εκείνο δεν ταίριαζε σε μένα, τίμια πράγματα, στεναχωριόμουν πολύ. Ο Μάρκος (Βαμβακάρης) όμως ήταν πολύ καλό παιδί κι ένα βράδυ που καθόμασταν μαζί, μου λέει: “Πολυμεράκι, σε βλέπω όλο στενοχωρημένο, εσύ είσαι το γελαστό παιδί, γιατί;”. “Μάρκο μου, σας αγαπάω όλους, είσαστε καλοί άνθρωποι, μου δίνετε διπλή χαρτούρα, όλα τα καλά, αλλά νιώθω το περιβάλλον ξένο στην ψυχή μου”, είπα. “Αν είναι να μας αρρωστήσεις Πολυμεράκι μου, θα σου κάνω εγώ πλάτες να φύγεις”, μου λέει. “Εχεις δίκιο, όπως εμείς δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε με ορχήστρες ευρωπαϊκές, δεν μπορείς να κάνεις με τα μπουζουκάκια”. Ο Θεός να συγχωρέσει την ψυχούλα του, ήταν καλός άνθρωπος. Ετσι μου έκανε πλάτες και σταμάτησα απ’ αυτή τη δουλειά».
Να υπογραμμίσουμε ότι ο Φώτης Πολυμέρης πήρε μέρος στο κίνημα Εθνικής Αντίστασης κατά των κατακτητών και το 1988 τιμήθηκε από την πολιτεία για τη συμμετοχή του στο ΕΑΜ.

