Μπορεί μια νίκη στη Γιουρoβίζιον να αλλάξει τη διεθνή εικόνα μιας χώρας; Οσο εξωφρενικό και αν ακούγεται το ερώτημα, άλλο τόσο απρόβλεπτα μεγάλες δόσεις αλήθειας εμπεριέχει. Τουλάχιστον αυτό δείχνει η ιστορία του διαγωνισμού τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν αρκετές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες όχι μόνο διεκδίκησαν παρουσία στο ετήσιο ραντεβού του Μαΐου, αλλά πέτυχαν αναπάντεχες –μέχρι εκείνη την εποχή– νίκες και στη συνέχεια διοργάνωσαν το μεγάλο γεγονός αρπάζοντας από τα μαλλιά μια μοναδική ευκαιρία προβολής μιας πιο «δυτικής» και σύγχρονης ταυτότητας. Το πέτυχε η Εσθονία το 2002, το πέτυχε η Ουκρανία το 2004 και το 2016, το πέτυχε το Αζερμπαϊτζάν το 2011.
Και φέτος ήταν η σειρά της Βουλγαρίας, ενός «παρία» του διαγωνισμού. Ελαβε μέρος για πρώτη φορά μόλις το 2005, έκτοτε απέτυχε να περάσει στον τελικό εννέα φορές, ενώ από το 2023 έως το 2025 δεν συμμετείχε καθόλου λόγω οικονομικής αδυναμίας του εθνικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα της χώρας. Στην πραγματικότητα, η Βουλγαρία κέρδισε ύστερα από μόλις έξι (μαζί με τη φετινή) συμμετοχές στη μεγάλη βραδιά της Γιουροβίζιον.
«Ναι, σίγουρα, αυτή είναι μια μεγάλη ευκαιρία για τη Βουλγαρία να επανασυστήσει τον εαυτό της στην Ευρώπη και στον κόσμο, με τους δικούς της όρους», εξηγεί στην «Κ» ο Βρετανός ερευνητής Πολ Τζόρνταν, ο οποίος συνήθως επικεντρώνεται στην πολιτική διάσταση του διαγωνισμού και έχει στο ενεργητικό του διδακτορική διατριβή με θέμα το rebranding της Εσθονίας και της Ουκρανίας μέσω της Γιουροβίζιον.
«Η Βουλγαρία δεν συνδέεται πάντα με καλές ειδήσεις», συνεχίζει, «οπότε η διοργάνωση προσφέρεται για ένα καλό φρεσκάρισμα της εικόνας της χώρας. Ωστόσο, αυτό θα είναι μια πρόκληση, δεδομένου ότι η Βουλγαρία αποσύρθηκε από τον διαγωνισμό λόγω οικονομικών δυσκολιών του ραδιοτηλεοπτικού φορέα της. Φαντάζομαι ότι θα υπήρξαν συναντήσεις αυτή την εβδομάδα στη Σόφια για να συζητήσουν για τη χρηματοδότηση, αλλά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα τον φιλοξενήσουν και είμαι βέβαιος ότι θα θέλουν να το κάνουν με τον καλύτερο τρόπο».
«Η νίκη της Ουκρανίας το 2004 και η διοργάνωση του διαγωνισμού λειτούργησαν ως προβολή μιας χώρας σύγχρονης, ευρωπαϊκής και απαλλαγμένης από τη σκιά του σοβιετικού παρελθόντος», λέει ο Αντώνης Κλάψης.
Ο Βρετανός ειδικός βρίσκει αναλογίες με αντίστοιχες προκλήσεις πρώην σοβιετικών δημοκρατιών παρότι η Βουλγαρία είναι χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ από την αρχή του έτους έχει υιοθετήσει το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να παλεύει με προκαταλήψεις που σχετίζονται με τη βαλκανική καταγωγή της, τη μειωμένη εξωστρέφεια και την εικόνα μιας χώρας που εξακολουθεί να ταλαιπωρείται από θέματα διαφθοράς και φτώχειας. Για παράδειγμα, η νίκη της Εσθονίας το 2001, θυμίζει ο Τζόρνταν, συνέπεσε με μία ιδιαίτερα κρίσιμη φάση των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο τότε πρωθυπουργός Μαρτ Λάαρ θέλησε να αξιοποιήσει το πολιτικό κεφάλαιο της νίκης στη Γιουροβίζιον δηλώνοντας ότι «οι Εσθονοί μπαίνουν στην Ευρώπη τραγουδώντας». Οσο για την ίδια τη διοργάνωση στο Ταλίν, ήταν ένα πραγματικό μανιφέστο υπέρ του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας. «Το περιεχόμενο και η αφήγηση του τελικού τοποθετούσαν την Εσθονία ως σκανδιναβική χώρα, όχι ως χώρα της Βαλτικής ή ως μετασοβιετική δημοκρατία», επισημαίνει ο Πολ Τζόρνταν.
Εργαλείο διπλωματίας
Ο Αντώνης Κλάψης, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, πιστεύει ότι μια νίκη στη Γιουροβίζιον δεν μεταβάλλει από μόνη της τη διεθνή θέση μιας χώρας, μπορεί όμως να λειτουργήσει ως ισχυρό εργαλείο δημόσιας διπλωματίας και nation branding. «Δίνει σε μια χώρα τη δυνατότητα να προβάλει μια νέα εικόνα: πιο σύγχρονη, πιο δημιουργική, πιο εξωστρεφή. Για τη Βουλγαρία, ιδίως, η νίκη μπορεί να αξιοποιηθεί ως ευκαιρία να υπερβεί στερεότυπα που συχνά συνοδεύουν τα βαλκανικά κράτη και να παρουσιαστεί ως χώρα με πολιτιστική αυτοπεποίθηση, ευρωπαϊκό προσανατολισμό και δυναμική νέα γενιά». Ο ίδιος επικεντρώνεται στο παράδειγμα της Ουκρανίας.
«Η Ουκρανία, μετά την ανεξαρτησία της, είδε τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό ως μέρος της προσπάθειας “επιστροφής στην Ευρώπη”. Η νίκη της Ρουσλάνα το 2004 με το “Wild Dances” και η διοργάνωση του διαγωνισμού στο Κίεβο το 2005 λειτούργησαν ως προβολή μιας Ουκρανίας σύγχρονης, ευρωπαϊκής και απαλλαγμένης από τη σκιά του σοβιετικού παρελθόντος. Αργότερα, η νίκη της Τζαμάλα το 2016 με το “1944” ανέδειξε διεθνώς το τραύμα των Τατάρων της Κριμαίας, αλλά και, εμμέσως, το ζήτημα της ρωσικής προσάρτησης της Κριμαίας. Μετά το 2022 και τη ρωσική εισβολή, ο διαγωνισμός έγινε για την Ουκρανία ακόμη πιο καθαρά ένα βήμα διεθνούς αλληλεγγύης, με τη νίκη των Kalush Orchestra και τη στρατηγική παρουσία της ως συνδιοργανώτριας το 2023.
Αντίστοιχα, και η Ρωσία προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τη Γιουροβίζιον για τη βελτίωση της διεθνούς εικόνας της, υποστηρίζει ο Αντώνης Κλάψης. «Η διοργάνωση του 2009 στη Μόσχα παρουσιάστηκε ως επίδειξη ισχύος, εκσυγχρονισμού και πολιτιστικής λάμψης, σε μια περίοδο κατά την οποία η εικόνα της Ρωσίας είχε επιβαρυνθεί από τον πόλεμο με τη Γεωργία, την Τσετσενία και τις επικρίσεις για το εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον. Η επιλογή μιας εντυπωσιακής σκηνικής παραγωγής, οι αναφορές στη ρωσική τέχνη και παράδοση, αλλά και η προσπάθεια αποδόμησης στερεοτύπων για τη χώρα, εντάσσονταν σε μια λογική ήπιας ισχύος. Αργότερα, συμμετοχές όπως αυτή της Πολίνα Γκαγκάρινα το 2015 ή της Mανίζα το 2021 επιχείρησαν να προβάλουν αντίστοιχα την εικόνα μιας ειρηνικής ή πολυπολιτισμικής Ρωσίας, αν και συχνά αυτή η εικόνα ερχόταν σε σύγκρουση με τις διεθνείς και εσωτερικές πολιτικές πραγματικότητες».

