Με δύναμη, χαρακτήρα και εκλεπτυσμένο πνεύμα, με βαθιά γνώση της νεοελληνικής και της διεθνούς σύγχρονης τέχνης, η Αννα Καφέτση, που έφυγε χθες αιφνιδίως από τη ζωή σε ηλικία 71 ετών, υπήρξε μία από τις πλέον σημαντικές μορφές της σύγχρονης πολιτιστικής ζωής της Ελλάδας και πολύτιμο κεφάλαιο για τη χώρα, καταφέρνοντας να μετατρέψει την ακαδημαϊκή γνώση σε θεσμική πράξη με συνέπεια και όραμα. Διδάκτωρ Αισθητικής και Ιστορίας της Τέχνης, με ουσιαστική θεωρητική συγκρότηση και γαλλική παιδεία, δεν αντιμετώπισε ποτέ την τέχνη ως πεδίο αφηρημένης έρευνας· την είδε ως δημόσιο αγαθό που χρειάζεται χώρο, δομή και φωνή. Πίσω από τη φαινομενική αυστηρότητά της ήταν ένας ζεστός άνθρωπος που πίστευε ακλόνητα στην τέχνη, γι’ αυτό γύρω της υπήρχαν πάντα καλλιτέχνες που τη στήριζαν. Ως ιδρυτική διευθύντρια του ΕΜΣΤ, έδωσε μορφή σε έναν θεσμό που ξεκίνησε σε έδαφος εξαιρετικά ασταθές, αλλά βρήκε προσανατολισμό μέσα από τη δική της επιμονή.
Η διαδρομή της
Γεννημένη στην Αθήνα το 1955, η Αννα Καφέτση ανήκε σε εκείνη τη γενιά που είδε τη σύγχρονη τέχνη να αποκτά θεσμική παρουσία στην Ελλάδα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ολοκλήρωσε το πτυχίο της το 1977. Λίγο αργότερα έφυγε για το Παρίσι και τη Σορβόννη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εντάχθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη ως έφορος για τις συλλογές του 20ού αιώνα. Ηταν μια θέση που της επέτρεψε να συνδυάσει την έρευνα με την επιμέλεια εκθέσεων, κληροδοτώντας μας τεκμηριωμένο και πρωτότυπο έργο προς μελέτη.
Οταν το 2000 ανέλαβε τη διεύθυνση του νεοσύστατου Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, το μουσείο δεν είχε ακόμη σταθερή έδρα, συλλογή ή θεσμική ταυτότητα. Μεθοδικά άρχισε να χτίζει από το μηδέν τη συλλογή, το πρόγραμμα και το προφίλ του μουσείου, που στο μεταξύ περνούσε μια σχεδόν νομαδική περίοδο με καθυστερήσεις και ελλείψεις. Αλλά οι εκθέσεις εκείνης της εποχής –οι «Διαπολιτισμοί», η «Τέχνης Πολιτική», το «Heart in heart»– άνοιγαν θεματικές που δεν είχαν ακόμη θέση στον δημόσιο λόγο.
Η επιμελητική ματιά της Καφέτση είχε πάντα μια ιδιαίτερη καθαρότητα. Μετά τη βεβιασμένη απομάκρυνσή της από το ΕΜΣΤ το 2014, δημιούργησε ένα νέο πεδίο δράσης στο Μέγαρο Μουσικής. Μέσα από το annexM, το πρωτοποριακό πρόγραμμα σύγχρονης τέχνης που εισήγαγε εκεί, άνοιξε έναν χώρο όπου οι εικαστικές τέχνες μπορούσαν να συναντήσουν ένα ευρύτερο κοινό. Στα χρόνια λειτουργίας του annexM παρουσιάστηκαν εκθέσεις τολμηρές, ποιητικές, με ουσιαστικό θεωρητικό βάθος. Οι χώροι του Μεγάρου φιλοξένησαν σημαντικές παραγωγές, από το «Ο κήπος βλέπει» και τον «Τελευταίο αναγνώστη» έως το «Μετά τη Βαβέλ» και το «Marginalia». Παρουσιάστηκαν έργα που άνοιγαν νέες διαδρομές, όπως οι «Τόποι περισυλλογής» του Γιώργου Ξένου, το «Free from What» της Μαρίας Παπανικολάου, ο «Κήπος σωματιδίων» του Νίκου Παπαδόπουλου, η «Συμφωνία 37» του Γιώργου Δρίβα.
Το έργο της αφήνει ένα αποτύπωμα που ξεπερνάει τις εκθέσεις, τα βιβλία, την έρευνα –σε όλα αυτά διέπρεψε– και αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται τη σύγχρονη τέχνη. Εργάστηκε ακούραστα ώστε η χώρα να αποκτήσει έναν ζωντανό οργανισμό σύγχρονης τέχνης με παγκόσμια ακτινοβολία, ανοίγοντας νέους δρόμους για τις επόμενες γενιές δημιουργών και επιμελητών. Παρότι σπουδαία, ας μας επιτραπεί να τη θυμόμαστε ανθρώπινη, στην τελευταία μας συνάντηση πριν από μερικές εβδομάδες: στα Giardini της 61ης Μπιενάλε της Βενετίας, καθισμένη στο αμαξίδιό της, φορούσε ένα από τα κομψά ζακετάκια της κι έγνεφε από μακριά χαμογελαστή.
ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

