Οι R.E.M. τραγουδούσαν το 1987 το “It’s the end of the world as we know it”, και αυτό είναι το τραγούδι που «παίζει» στο μυαλό μου αυτές τις μέρες ενόψει του τέλους του The Late Show with Stephen Colbert.
Επειτα από 11 χρόνια στη βραδινή ζώνη του CBS, ο Στίβεν Κολμπέρ αποχαιρέτησε το κοινό της εκπομπής του, σε ένα φινάλε που έχει ήδη ανοίξει τη συζήτηση για το μέλλον των αμερικανικών βραδινών talk shows, ενός δημοφιλούς θεσμού που αποτελεί εδώ και δεκαετίες αναπόσπαστο κομμάτι της αμερικανικής τηλεοπτικής κουλτούρας, αλλά και της πρόσληψης της πολιτικής επικαιρότητας από ένα διεθνές κοινό.
View this post on Instagram
Η ιστορία των βραδινών talk shows ξεκινά στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν η αμερικανική τηλεόραση διαμόρφωσε ένα νέο είδος ψυχαγωγίας για τις ώρες μετά το βραδινό δελτίο ειδήσεων. «Η μορφή που συνδέουμε σήμερα με τα αμερικανικά late-night shows παγιώθηκε τη δεκαετία του ’50 και κυρίως με τον Τζόνι Κάρσον, ο οποίος καθιέρωσε τον πολιτικό σατιρικό μονόλογο ως σήμα κατατεθέν του είδους».

Από τις αρχές του 21ου αιώνα, τα late-night shows πέρασαν από την απλή βραδινή ψυχαγωγία σε έναν πολύ πιο κεντρικό ρόλο στη δημόσια σφαίρα των ΗΠΑ.
Μελέτες έχουν δείξει ότι ακόμη και οι σατιρικοί μονόλογοι του Τζόνι Κάρσον επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική κοινή γνώμη αντιλήφθηκε το Γουότεργκεϊτ
Αν στις αρχές των 2000s υπήρχαν μόλις τέσσερις μεγάλες αντίστοιχες βραδινές εκπομπές, μέχρι το 2020 ο αριθμός τους είχε φτάσει τις 17, αποδεικνύοντας πόσο βαθιά είχε συνδεθεί πλέον το συγκεκριμένο είδος. Ιδιαίτερα ο εναρκτήριος μονόλογος των παρουσιαστών ακολουθεί σχεδόν πάντα τον κυρίαρχο κύκλο της ειδησεογραφικής επικαιρότητας. Οπως έχει πει και ο ίδιος ο Στίβεν Κολμπέρ, «δεν καθορίζουμε εμείς την ατζέντα, απλώς αντανακλούμε όσα συνέβησαν μέσα στη μέρα σας και σας τα μεταφέρουμε μέσα από τα δικά μας συναισθήματα».
«Εδώ και χρόνια, οι Αμερικανοί στρέφονται στους τηλεοπτικούς κωμικούς για ψυχαγωγία, αλλά και ως ένα είδος πολιτιστικού “φακού” μέσα από τον οποίο φιλτράρουν, επεξεργάζονται και κατανοούν την επικαιρότητα, συχνά ακόμη και για να διαμορφώσουν πολιτικές απόψεις», τονίζουν οι καθηγητές Πολιτικής Επιστήμης Μπράιαν Καλφάνο και Λόρι Χαν. «Μελέτες έχουν δείξει ότι ακόμη και οι σατιρικοί μονόλογοι του Τζόνι Κάρσον επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική κοινή γνώμη αντιλήφθηκε το Γουότεργκεϊτ».
Ωστόσο, καθώς τα τελευταία χρόνια ζούμε σε μία εποχή ιδιαίτερης πολιτικής πόλωσης, το πιο ανάλαφρο και λιγότερο συγκρουσιακό χιούμορ του Τζόνι Κάρσον έχει διαδεχθεί η πολύ πιο αιχμηρή, επιθετική και ανοιχτά πολιτική μορφή χιούμορ και σάτιρας των παρουσιαστών late-night εκπομπών, όπως οι Στίβεν Κολμπέρ, Τζίμι Κίμελ, Τζον Ολιβερ, Τζον Στιούαρτ και Σεθ Μέγιερς. Παρότι όλοι οι πρόεδροι των ΗΠΑ των τελευταίων ετών, είτε Δημοκρατικοί είτε Ρεπουμπλικανοί, είχαν μπει στο στόχαστρο των εν λόγω κωμικών, ο Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί σταθερά τη μεγαλύτερη αφορμή για ανελέητη σάτιρα και κριτική της προσωπικότητας και, κυριότερα, της πολιτικής του, ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη θητεία του στον Λευκό Οίκο.

Τον περσινό Ιούλιο, ο Κολμπέρ χαρακτήρισε από τον αέρα της εκπομπής του «χοντρή μίζα» την απόφαση της Paramount, της μητρικής εταιρείας του CBS, να προχωρήσει σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με τον Ντόναλντ Τραμπ για μία αγωγή του σχετικά με μια συνέντευξη της πρώην αντιπροέδρου Κάμαλα Χάρις που προβλήθηκε στην εκπομπή 60 Minutes του καναλιού.
Εκείνη την περίοδο, η Paramount βρισκόταν σε διαδικασία συγχώνευσης με τη Skydance, αλλά προκειμένου να οριστικοποιηθεί η συμφωνία, χρειαζόταν η έγκριση της κυβέρνησης Τραμπ. Λίγες μέρες αργότερα, το CBS ανακοίνωσε την επικείμενη ακύρωση της εκπομπής του Κολμπέρ, επικαλούμενο οικονομικούς λόγους. Η απόφαση ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, καθώς το timing της ανακοίνωσης θεωρήθηκε ύποπτο για πολιτικές πιέσεις.
Ο εναρκτήριος μονόλογος του Κίμελ σε εκείνη την εκπομπή συγκέντρωσε 15 εκατομμύρια views στο YouTube μέσα σε 16 ώρες
Επιπλέον, τον περσινό Σεπτέμβριο, το ABC ανακοίνωσε ότι διακόπτει επ’ αόριστον το late-night talk show του Τζίμι Κίμελ, έπειτα από σχόλια του παρουσιαστή για τη δολοφονία του Τσάρλι Κερκ, στενά συνδεδεμένου με τη νεολαία των υποστηρικτών του Τραμπ. Επειτα από έντονες αντιδράσεις και αντίποινα τηλεθεατών που προχώρησαν σε ακύρωση της συνδρομής τους στην Disney, την ιδιοκτήτρια εταιρεία του ABC, η εκπομπή του Κίμελ επέστρεψε στον αέρα μία εβδομάδα αργότερα. Ο εναρκτήριος μονόλογος του Κίμελ σε εκείνη την εκπομπή συγκέντρωσε 15 εκατομμύρια views στο YouTube μέσα σε 16 ώρες. Κεντρικό στοιχείο του μονολόγου του Κίμελ ήταν η σφοδρή υπεράσπιση του ρόλου της σάτιρας στον αμερικανικό δημόσιο διάλογο, απευθυνόμενος μάλιστα σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.
Τα late-night shows μετατρέπουν τις ειδήσεις σε μια συλλογική εμπειρία που είναι ταυτόχρονα κωμωδία και σχολιασμός
Οπως διάβασα και στο πολύ εύστοχο άρθρο «Without the late-night shows, following US politics is just doomscrolling in real time» του Μιλάντ Χαγκάνι, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, τα αμερικανικά βραδινά talk shows παραμένουν ο πιο εύπεπτος τρόπος να αφομοιώσουμε το ειδησεογραφικό χάος και να μεταβολίσουμε τον φόβο που μπορεί να μας προκαλέσουν οι πολιτικές εξελίξεις στην Αμερική, μία υπερδύναμη που επηρεάζει τις διεθνείς ισορροπίες. «Τα late-night shows μετατρέπουν τις ειδήσεις σε μια συλλογική εμπειρία που είναι ταυτόχρονα κωμωδία και σχολιασμός… επιτρέποντας στο κοινό να παραμένει συνδεδεμένο με την πολιτική επικαιρότητα χωρίς να βυθίζεται ολοκληρωτικά μέσα σε αυτήν».
Εχει χυθεί πολύ μελάνι για τον ελιτισμό των Δημοκρατικών, τόσο των πολιτικών της παράταξης όσο και των ψηφοφόρων και υποστηρικτών της, και κατά πόσο αυτός οδήγησε στην αποξένωση μίας μεγάλης μερίδας Αμερικανών, συμβάλλοντας στη δημοφιλία και τη διπλή εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.
Το ίδιο επιχείρημα για ελιτισμό, διανοουμενίστικο σνομπισμό και μια διάθεση πολιτικού «κηρύγματος» και κριτικής από θέση ανωτερότητας, χωρίς αυτή να οδηγεί σε κινητοποίηση και σε δράση, ακούγεται και για τους παρουσιαστές των βραδινών talk shows – στοιχεία που αρκετοί ισχυρίζονται πως έχουν απομακρύνει μερίδα του κοινού τους και έχουν οδηγήσει στα χαμηλότερα νούμερα των εκπομπών τους.

Επιπλέον, το φορμά των late-night shows αποδείχθηκε ιδανικό για τα social media και το YouTube, καθώς κάθε κομμάτι της εκπομπής μπορούσε να αποκτήσει αυτόνομη ζωή ως ξεχωριστό clip, με τους θεατές να επιλέγουν τι θα δουν αποσπασματικά σκρολάροντας στα κινητά τους, αντί να παρακολουθούν από την αρχή μέχρι το τέλος από τους τηλεοπτικούς δέκτες τους.
Αυτό που με ενοχλεί είναι όταν παρεμβαίνουν άλλες, πιο σκοτεινές δυνάμεις, επειδή προσπαθούν να κερδίσουν εύνοια. Αυτό πραγματικά με εξοργίζει
Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Κόναν Ο’Μπράιεν δήλωσε πως πιστεύει πως τα late-night shows θα σταματήσουν να υπάρχουν όπως τα ξέραμε και θα μεταμορφωθούν σε κάτι άλλο, δεδομένης και της εξαιρετικής δημοφιλίας των clips από πόντκαστ και διαδικτυακές εκπομπές που χτυπάνε νούμερα-ρεκόρ. Παράλληλα, όμως, παρά το γεγονός πως ο ίδιος δεν φημίζεται για το πολιτικό περιεχόμενο στη δική του μακρόχρονη πορεία στη βραδινή ζώνη, ο Κόναν δήλωσε: «Αυτό που με ενοχλεί είναι όταν παρεμβαίνουν άλλες, πιο σκοτεινές δυνάμεις, επειδή προσπαθούν να κερδίσουν εύνοια. Αυτό πραγματικά με εξοργίζει».
Προσωπικά, πιστεύω πως ο λόγος που τα late-night talk shows άνθισαν στην αμερικανική τηλεόραση, χωρίς ποτέ να αποκτήσουν ούτε κατά προσέγγιση τον ίδιο αντίκτυπο ή την ίδια πολιτιστική βαρύτητα σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, είναι ότι στην Αμερική η κωμωδία δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ απλώς ως «ελαφριά» ψυχαγωγία. Το δε stand-up αποτελεί εδώ και δεκαετίες κομμάτι της δημόσιας ζωής και της ποπ κουλτούρας, με τους κωμικούς να έχουν αποκτήσει βαθιά εμπειρία στη σκηνή, στο timing, στο καλό γράψιμο, στη σάτιρα και κυρίως στην ικανότητα να μετατρέπουν την καθημερινή παράνοια σε κάτι που το κοινό μπορεί να αντέξει μέσα από το γέλιο.
Στην αμερικανική κουλτούρα, η κωμωδία συνδέθηκε διαχρονικά με την ίδια την έννοια της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος να σατιρίζεις ακόμη και την εξουσία. Οπως λέει και ο Χαγκάνι, «τα late-night shows ήταν και ένας τρόπος με τον οποίο η Αμερική έκανε επίδειξη της δημοκρατικής της κουλτούρας. Οι σατιρικοί μονόλογοι των βραδινών talk shows λειτουργούσαν, με τον δικό τους τρόπο, ως μια καθημερινή υπενθύμιση της Πρώτης Τροπολογίας και επίδειξη της ελευθερίας του λόγου στην πράξη. Ανεξάρτητα από το ποιος βρισκόταν κάθε φορά στον Λευκό Οίκο, ο άγραφος κανόνας ήταν ότι ένας κωμικός μπορούσε να σταθεί μπροστά στις κάμερες και να σατιρίσει τον πρόεδρο χωρίς φόβο λογοκρισίας ή αντιποίνων. Είναι μια εικόνα που δύσκολα συναντά κανείς σε αυταρχικά καθεστώτα, όπου τα αστεία για την εξουσία συχνά δεν καταλήγουν σε γέλια και χειροκροτήματα, αλλά σε συνέπειες πολύ πιο σκοτεινές». Ισως γι’ αυτό το τέλος του The Late Show with Stephen Colbert μοιάζει για πολλούς μεγαλύτερο από το τέλος μιας ακόμη τηλεοπτικής εκπομπής. Μοιάζει σαν το τέλος μιας εποχής όπου η Αμερική μπορούσε ακόμη να γελάσει συλλογικά με τον εαυτό της και η πολιτική σάτιρα δεν θεωρούνταν απειλή για τη δημοκρατία της, αλλά απόδειξη της αντοχής της.

