Περνάει το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του στο ατελιέ του· «τέσσερις τοίχοι και ένα ψηλό ταβάνι είναι ο κόσμος μου». Για να υλοποιήσει τις ιδέες του δεν υπολογίζει ούτε τις ώρες εργασίας ούτε το προσωπικό κόστος· «έχω πουλήσει ένα σπίτι για να μπορέσω να στηρίξω τα πρότζεκτ μου». Μεγαλύτερο αντίπαλό του θεωρεί τον χρόνο· «στην πεπερασμένη ζωή μου, πόσα έργα θα καταφέρω να ολοκληρώσω, όταν για καθένα από αυτά χρειάζομαι τρία, τέσσερα ή και πέντε χρόνια; Ο γλύπτης δεν έχει την ευκολία του ζωγράφου, που μπορεί να δημιουργήσει μέχρι και χιλιάδες έργα». Και σε μια εποχή που το μάρκετινγκ, η εικόνα και οι ινφλουένσερ βρίσκονται στο προσκήνιο, εκείνος εστιάζει στην ουσία του καλλιτεχνικού αποτελέσματος· «πιστεύω στη μοναδική δύναμη που έχει η τέχνη να σε ταρακουνήσει, να αλλάξει τον τρόπο που βλέπεις τον εαυτό σου και τους άλλους».

Είναι μια ηλιόλουστη μέρα στη Λισσαβώνα και ο διεθνώς αναγνωρισμένος καλλιτέχνης που έχει ταξιδέψει την Ελλάδα σε όλο τον πλανήτη μέσα από την τέχνη του –από το Σάο Πάολο μέχρι την Αγία Πετρούπολη και από τη Ρώμη μέχρι το Ντουμπάι– αισθάνεται χαρούμενος και ανακουφισμένος. Η παρουσίαση του νέου γλυπτού του, σε έναν από τους πιο εμβληματικούς χώρους της πορτογαλικής πρωτεύουσας, τον ναό της Παναγίας των Μαρτύρων, στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Το έργο ύψους τριών μέτρων, από μπρούντζο και χρυσό –ένα όπλο, με ένα εξαπτέρυγο να βγαίνει από την κάννη του και το σύμβολο του δολαρίου στο κέντρο του–, συνδέει τρεις από τις ισχυρότερες δυνάμεις που διαχρονικά διαμορφώνουν και κινούν τον κόσμο: τη θρησκεία, τον πόλεμο και το χρήμα. Δεν φοβάται ότι ίσως θεωρηθεί βέβηλη η παρουσία του σε μια εκκλησία; «Κάθε άλλο. Ανέκαθεν επιλέγω χώρους μη αναμενόμενους», εξηγεί στην «Κ» ο Νίκος Φλώρος. «Με αυτόν τον τρόπο τα έργα μου συναντούν περισσότερους ανθρώπους, ακόμα και από όσους δεν γνωρίζουν ή δεν ενδιαφέρονται, ίσως, για την τέχνη. Ετσι ξεκινάει ένας διάλογος, τίθενται ερωτήματα – και από αυτή τη διαδικασία μόνο καλά μπορούν να προκύψουν».

Ημέρα μνήμης
Η ημέρα των εγκαινίων δεν ήταν τυχαία: 8 Μαΐου, επέτειος της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, ημέρα μνήμης και γιορτής για πολλές ευρωπαϊκές χώρες (όχι όμως για την Ελλάδα). «Είχα την επιθυμία να δημιουργήσω κάτι που θα λειτουργήσει σαν δήλωση και μανιφέστο για την ειρήνη. Και είναι αλήθεια ότι δεν περίμενα να δώσει η Καθολική Εκκλησία της Πορτογαλίας την έγκρισή της να γίνει η έκθεση σε έναν πολυσύχναστο και εν λειτουργία ιστορικό ναό· με εξέπληξε ευχάριστα. Από την άλλη, μέσα στον συγκεκριμένο ιερό χώρο το έργο μου μετατρέπεται σε λατρευτικό αντικείμενο, εντάσσεται σε ένα περιβάλλον ενδοσκόπησης, περισυλλογής, προσευχής».
Η έκθεση διοργανώθηκε από την πρεσβεία της Ελλάδος στη Λισσαβώνα. «Το θέμα της δεν είναι από αυτά που προσφέρονται για απλοϊκά συμπεράσματα ή καθησυχαστικές αισθητικές προσεγγίσεις. Αναφέρεται σε δυνάμεις που έχτισαν καθεδρικούς ναούς και κατέστρεψαν πόλεις, που ενέπνευσαν τις μεγαλύτερες πράξεις αυτοθυσίας και τις πλέον κυνικές πράξεις απληστίας, τις οποίες επικαλέστηκαν άγιοι και εκμεταλλεύθηκαν τύραννοι», όπως επισημαίνει η πρέσβειρα Κωνσταντίνα Καμίτση. «Το γλυπτό του Νίκου Φλώρου δεν επιχειρεί να σταθεί επικριτικά απέναντί τους. Αντιθέτως, επιχειρεί να αποκαλύψει τους τρόπους με τους οποίους υπήρξαν πάντοτε αλληλένδετες. Ετσι, δεν είναι απλώς ένα έργο ελληνικό, αλλά ευρωπαϊκό έργο, με την πιο ουσιαστική έννοια του όρου: αντλεί από την κοινή μας παράδοση να προσεγγίζουμε κριτικά, ειλικρινά και χωρίς φόβο τις αντιφάσεις που βρίσκονται στον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας».

Την επομένη των εγκαινίων, ο Ελληνας καλλιτέχνης βραβεύτηκε από τη Διεθνή Ακαδημία Πορτογαλικού Πολιτισμού και για το έργο του μίλησε ο ακαδημαϊκός και κριτικός τέχνης Βιτόρ Εσκουδέρο. «Η ιστορία της τέχνης έχει καταγράψει πολλά τεκμήρια της διαρκούς σχέσης μεταξύ πίστης και βίας, θρησκείας και πολέμου – αυτήν που αποτυπώνει το νέο έργο του Νίκου Φλώρου με τρόπο πυκνό, συμπαγή, αμείλικτο, καταγράφοντας σκέψεις και συναισθήματα γεννημένα από τη σκληρότητα των γεγονότων της καθημερινότητάς μας», τόνισε στη δική της εναρκτήρια ομιλία η Αννα Κριστίνα Μαρτίν, τακτικό μέλος της Ακαδημίας. Αυτός ήταν ο σκοπός του Νίκου Φλώρου: το έργο του να περιγράψει αυτή τη σκληρή πραγματικότητα που η ανθρωπότητα βιώνει τα τελευταία χρόνια με τους πολέμους στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή. «Αν η Ιστορία μάς δίδαξε πολλά με το τέλος ενός τρομερού πολέμου, όπως ο Β΄ Παγκόσμιος, το παρόν μάς καλεί να αποδείξουμε ότι μπορούμε να σταματήσουμε και τους επόμενους. Αν δεν το κάνουμε, τότε η μνήμη δεν έχει καμία αξία».

