Η ταβέρνα «Η Κυρά Ντίνα» η Μεταξού βρισκόταν και βρίσκεται ακόμη στη γωνία των οδών Πυθοδώρου και Πιερίας στον Κολωνό. Την επισκεπτόμουν τακτικότατα στα τέλη της προηγούμενης και στις αρχές της νέας χιλιετίας, για να απολαύσω ωραίους μεζέδες και πρωτίστως τον σπουδαίο Τόλη Χάρμα, που έπαιζε μπουζουκάκι και τραγουδούσε «σκέτα» συνοδευόμενος από έναν κιθαρίστα, άλλοτε τον γιο του Αρη κι άλλοτε τον Βασίλη Τσαφούρο.
Για τους νεότερους που δεν γνωρίζουν την περίπτωση Τόλης Χάρμας αναφέρω ορισμένες και μόνο στιγμές του.
Ο Απόστολος Χαρμαντάς, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, είχε γεννηθεί το 1918 στο Λεωνίδιο. Ο πατέρας του ήταν γνωστός λαουτιέρης στην ευρύτερη περιοχή.
Το 1945 μαζί με τη σύζυγό του Λίτσα (Γαρυφαλλιά) Ζέρβα δημιούργησαν το «Ντούο Χάρμα» τραγουδώντας σε πρώτη εκτέλεση και σε παράλληλες κυκλοφορίες αθάνατες επιτυχίες κορυφαίων δημιουργών: «Κάποια μάνα αναστενάζει» των Βασίλη Τσιτσάνη και Μπάμπη Μπακάλη, «Τρελό κορίτσι» (Είσαι γυναίκα που δεν μοιάζει με καμιά) του Μανώλη Χιώτη, «Το φανταράκι» του Μητσάκη, «Η Μπαρμπαριά» (Ενα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι) και «Η ξενιτειά» (Με γέρασε η ξενιτιά) του Απόστολου Καλδάρα κ.ά.
Την ίδια ώρα ο Χάρμας έγραψε και ο ίδιος τραγούδια που αγαπήθηκαν: «Πληροφορίες» που τραγούδησαν η Σωτηρία Μπέλλου με τον Στελλάκη Περπινιάδη, «Ηρθαν τα μαντάτα σου» (Οι παπατζήδες) με τον Τάκη Μπίνη, «Το σφάλμα» με την Ελένη Λαμπίρη, «Γκιουλ Τζαμάλ» με το Ντούο Χάρμα κ.ά.
Ο Χάρμας εμφανίστηκε στην ταινία «Αγάπη και θύελλα» (1961) σε σκηνοθεσία Σωκράτη Καψάσκη και νωρίτερα με τη σύζυγό του στην κωμωδία «Ελα στο θείο» (1950) του Νίκου Τσιφόρου και «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (1955) του Αλέκου Σακελλάριου.
Στην τελευταία μάλιστα ο Χάρμας τραγουδά και χορεύει το «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» και, συνομιλώντας με τη σύζυγό του Λίτσα, με την ηθοποιία τους κερδίζουν παρά το σύντομο πέρασμά τους τις εντυπώσεις. Το συγκεκριμένο τραγούδι όπως και το «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» κατά ορισμένους –κάντε ένα σεργιάνι στο Διαδίκτυο– είναι συνθέσεις του Χάρμα και όχι του Χατζιδάκι. Ο Χάρμας όμως στη μικρή αλλά εγκάρδια συναναστροφή μας, όταν άλλοι τον ρωτούσαν σχετικά, δεν δήλωνε ποτέ κάτι τέτοιο… Οπως τόνιζε: «Αφού ο δίσκος γράφει Χατζιδάκις, τα τραγούδια είναι του Μάνου»
Για την ιστορία να προσθέσουμε ακόμη πως ο Χάρμας βάφτισε «Μαρινέλλα» την Κυριακή Παπαδοπούλου ενώ εμφανιζόταν στο πλευρό του, το 1957, όταν τη γνώρισε ο Καζαντζίδης.
Κι είναι κι άλλα πολλά, Κωνσταντινούπολη, Αίγυπτος, Ισραήλ, Κάννες και «Παιδιά του Πειραιά», Αμερική για πολλά χρόνια…
Κάπου λοιπόν το διάστημα 1999-2005, στην «Κυρά Ντίνα» τη Μεταξού, γευόμουνα τα πιάτα που ετοίμαζαν η Ντίνα και Μπεμπέκα Μεταξά και τα σερβίριζε ο Γιάννης Μεταξάς. Θυμάμαι τα γαρδουμπάκια, τα «κέρατα» –δηλαδή γεμιστές πιπεριές με τυρί– ,τις μελιτζάνες με κόκκινη σάλτσα και σκορδάκι, το λεμονάτο κατσικάκι λαδορίγανη, τον μπακαλιάρο σκορδαλιά και τα μικρά και νόστιμα τηγανητά ψαράκια. Καμιά φορά στην παρέα μας και ο Πάνος Γεραμάνης, ο οποίος και μας είχε «αποκαλύψει» το φοβερό αυτό στέκι.
Το μεγάλο θέμα όμως ήταν άλλο…
Τόσο στο χειμερινό μαγαζί όσο και στον εξωτερικό χώρο εκτυλίσσονταν βραδιές σπάνιας μουσικής απόλαυσης από έναν ευλογημένο και μερακλή καλλιτέχνη, που έπαιζε και τραγουδούσε με τις ώρες σαν έφηβος.

Καλόκαρδος, δεν χάλαγε χατίρια, αλλά ήταν και αυστηρός, με τρόπο όμως, και έβαζε σε τάξη όσους… παρεκτρέπονταν δίχως να πει κουβέντα.
Κομψός, με αρχοντική συμπεριφορά και κοσμοπολίτικο αέρα, έδινε ξεχωριστή αξία και υπόσταση στην κάθε κίνησή του, στη μουσική και στο τραγούδισμά του.
Οι βραδιές αυτές έμοιαζαν με ιεροτελεστία, όπου ο μύστης Χάρμας κοινωνούσε τα πολύτιμα δώρα της τέχνης του, γαλβανισμένα μέσα από τις πολύχρονες και μοναδικές εμπειρίες του.
Εβλεπες και ένιωθες τα «ιερά και όσια» του λαϊκού μας τραγουδιού.
Δεν σβήνουν στάλα απ’ τα μυαλό μου οι στιγμές αυτές.

