«Ο Κρίστοφερ Νόλαν βεβήλωσε την “Οδύσσεια” ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις για τα Οσκαρ…», έγραψε ο Ελον Μασκ στο «X», πυροδοτώντας ένα νέο κύκλο αντιδράσεων γύρω από την επιλογή της μαύρης ηθοποιού Λουπίτα Νιόνγκο για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης στην κινηματογραφική μεταφορά του ομηρικού έπους από τον πολυβραβευμένο σκηνοθέτη που θα κάνει πρεμιέρα στις 16 Ιουλίου στις ελληνικές αίθουσες.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας της τεχνολογίας παρεμβαίνει με ανάρτησή του στη συζήτηση γύρω από την ταινία. Τον Φεβρουάριο είχε γράψει ότι ο Νόλαν «έχει χάσει την ακεραιότητά του». Και πάλι αφορμή ήταν η Λουπίτα Νιόνγκο και το χρώμα του δέρματός της, καθώς είχε διαρρεύσει ότι θα παίξει την Ωραία Ελένη στην ταινία, κάτι που επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον σκηνοθέτη προ ολίγων ημερών. Η ηθοποιός μάλιστα θα έχει διπλό ρόλο και θα υποδυθεί και την Κλυταιμνήστρα.
Η συζήτηση γύρω από τη μαύρη ηθοποιό που υποδύεται την Ωραία Ελένη επαναφέρει το ερώτημα για τα όρια της δημιουργικής ελευθερίας των σεναριογράφων και των σκηνοθετών όταν επιχειρούν σύγχρονες κινηματογραφικές μεταφορές κλασικών έργων. Γιατί προκαλεί μια μαύρη Ωραία Ελένη; Ενας καθηγητής αρχαίας ιστορίας και ένας σκηνοθέτης απαντούν.
Αλεξάνδρα Σκαράκη
Αγγελος Χανιώτης
Οταν η ποιητική άδεια ξεφεύγει
Υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στον μύθο και το λογοτεχνικό έργο. Ο μύθος επιδέχεται παραλλαγές και εμπνέει λογοτέχνες και καλλιτέχνες να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή και ερμηνεία. Στην «Ελένη» του Ευριπίδη δεν είναι η Ελένη που πήγε στην Τροία, αλλά το είδωλό της, ενώ η ωραία σύζυγος του Μενελάου βρέθηκε στην Αίγυπτο. Αν κρίνουμε από μια παράσταση σε κρατήρα από την Απουλία (σήμερα στο Μόναχο) σε κάποια χαμένη τραγωδία ένα από τα παιδιά της Μήδειας σώζεται από τη σφαγή. Στην τραγωδία «Αντιγόνη» του Ευριπίδη, η Αντιγόνη δεν πεθαίνει, αλλά παντρεύεται τον Αίμονα, όπως συνάγεται από τα λίγα σωζόμενα αποσπάσματα. Αντίθετα, η πλοκή και οι χαρακτήρες ενός λογοτεχνικού έργου είναι δεδομένοι. Η θεατρική ή κινηματογραφική απόδοσή τους, αν δεν πρόκειται για παρωδία, είναι υποχρεωμένη σε στοιχειώδη ακρίβεια. Ο μύθος του Οδυσσέα επιδέχεται παραλλαγές – π.χ. τη θανάτωσή του από τον γιο που απέκτησε με την Καλυψώ. Αντίθετα, η «Οδύσσεια» ως έργο συνίσταται από σταθερά στοιχεία, που, αν παραμορφωθούν, παραμορφώνουν το σύνολο του έργου. Δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα που στη σειρά «Τροία» του BBC υπήρχε μαύρος Αχιλλέας.
Η σειρά είχε ως θέμα τον Τρωικό Πόλεμο, δεν ήταν κινηματογραφική απόδοση της «Ιλιάδας». Μαύρος, λοιπόν, γιατί όχι, σε μια φανταστική απόδοση. Αντίστοιχα, μπορούμε να απολαύσουμε μια «Τραβιάτα» με μαύρη σοπράνο, γιατί δεν υπάρχει φυλετική δέσμευση για την πρωταγωνίστρια. Αλλά μια μαύρη αοιδός στον ρόλο της Κινέζας πριγκίπισσας στην Τουραντότ θα απαιτούσε πολύ μακιγιάζ.
Τέτοιες ελευθερίες δεν επιτρέπονται σε μια ταινία που υποτίθεται ότι έχει ως θέμα της την «Οδύσσεια». Μια μαύρη Ωραία Ελένη προκαλεί, γιατί η μορφή της Ελένης είναι θεμελιωμένη σε συγκεκριμένη μυθολογική παράδοση. Δεν ήρθε στη Σπάρτη ως μετανάστρια από την Αφρική. Ηταν το προϊόν της ερωτικής συνεύρεσης του Δία με τη Λήδα. Μαύρος λοιπόν και ο πατέρας των θεών; Εκτός αν ο ερωτύλος Δίας μεταμορφώθηκε σε μαύρο κύκνο, για να πλησιάσει το αντικείμενο του πόθου του.
Οταν η ποιητική άδεια ξεφεύγει από τα όρια υπονομεύει την υπόσταση και τη συνοχή ενός κορυφαίου έργου της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αν ήθελε ο Νόλαν οπωσδήποτε μαύρη πρωταγωνίστρια, υπάρχει και ο ρόλος της Κίρκης. Αλλά τότε, βέβαια, και δικαίως, θα κινδύνευε να κατηγορηθεί για ρατσισμό.
*Ο κ. Αγγελος Χανιώτης είναι καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών του Πρίνστον.


Γρηγόρης Καραντινάκης
Δεν μιλάμε για ένα ντοκιμαντέρ
Για μένα είναι αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρχει δημιουργική ελευθερία. Η «Οδύσσεια» και η «Ιλιάδα» είναι έπη· εμπεριέχουν το στοιχείο της μυθοπλασίας. Αρα ο μύθος, το ίδιο το παραμύθι, επιδέχεται διαφορετικές προσεγγίσεις και, κατ’ επέκταση, δημιουργική ελευθερία. Δεν μιλάμε για ένα ντοκιμαντέρ ή για ένα έργο που βασίζεται στην απόλυτη ακρίβεια των γεγονότων.
Το ζήτημα είναι αν μια ταινία προδίδει το πνεύμα της «Οδύσσειας»: το πνεύμα του ταξιδιού, της αναζήτησης και της επιστροφής του ήρωα στην Ιθάκη του. Δεν καταλαβαίνω γιατί έχει δημιουργηθεί τόσος ντόρος. Ας δούμε πρώτα αν πρόκειται για μια καλή ταινία. Ο Κρίστοφερ Νόλαν είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης και, όπως όλοι οι δημιουργοί, έχει κάνει και καλύτερες και λιγότερο επιτυχημένες δουλειές.
Στην ουσία, πρόκειται για μια ιστορία αναζήτησης ταυτότητας, που συνδέεται βαθιά με τον γενέθλιο τόπο και την ανάγκη επιστροφής σε αυτόν.
Διαβάζω διάφορα για την ταινία – ακόμη και σχόλια για την πανοπλία του Αγαμέμνονα, ότι θυμίζει λίγο τον Μπάτμαν. Υπάρχει μια τάση να επιχειρούμε να ταυτοποιήσουμε πρόσωπα και αντικείμενα με απόλυτη ακρίβεια, ενώ στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς ήταν. Κάνουμε εκτιμήσεις με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα και όσα μπορούμε να συμπεράνουμε για εκείνη την εποχή.
Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα πώς ήταν ο Δούρειος Ιππος – αν υπήρξε καν; Πιθανότατα επρόκειτο για μια πολιορκητική μηχανή, πάνω στην οποία βασίστηκε η έμπνευση του Ομήρου για να δημιουργήσει αυτό το ισχυρό μυθολογικό σύμβολο. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε ένα έργο μυθοπλασίας αποκλειστικά με όρους τεκμηρίωσης. Οσοι επιμένουν υπερβολικά σε αυτό το ζήτημα, μάλλον έχουν άλλες σκοπιμότητες κατά νου.
Ολα αυτά μου φαίνονται κάπως αστεία. Ο Νόλαν δεν κάνει μια βιογραφική ταινία όπως το «Οπενχάιμερ», όπου υπήρχαν πραγματικά πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα που έπρεπε να αποδοθούν με συγκεκριμένο τρόπο. Αλλά ακόμη κι εκεί έβαλε τη δική του καλλιτεχνική ματιά και το δικό του πνεύμα στον τρόπο που προσέγγισε τα γεγονότα και τις σχέσεις των χαρακτήρων. Στην «Οδύσσεια» μιλάμε για ένα έπος.
*Ο κ. Γρηγόρης Καραντινάκης είναι σκηνοθέτης.

