Eνα από τα διασημότερα σύνολα μουσικής δωματίου, το Κουαρτέτο Τζούλιαρντ, ιδρύθηκε το 1946 στην περίφημη ομώνυμη μουσική σχολή της Νέας Υόρκης. Από τότε μέχρι σήμερα τα μέλη του έχουν αλλάξει αρκετές φορές, αλλά το επίπεδο των ερμηνειών του παραμένει σταθερά υψηλό. Επί εβδομήντα χρόνια το κουαρτέτο παρέμενε «ανδρική υπόθεση», μέχρι που το 2016 η Aστριντ Σβέεν αντικατέστησε τον Τζόελ Κρόσνικ στο βιολοντσέλο. Σήμερα, το μόνο ανδρικό μέλος του Κουαρτέτου είναι o Γερμανο-κινέζος Λέοναρντ Φου, ο οποίος από το 2025 παίζει δεύτερο βιολί. Βιόλα παίζει από το 2022 η Μόλι Καρ, ενώ πρώτο βιολί είναι από το 2018 η Ελληνίδα Αρετή Ζούλα.
Με αυτή τη σύνθεση εμφανίστηκε το Τζούλιαρντ στις 23 Απριλίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος». Ξεκίνησε το πρόγραμμά του με το πρώτο Κουαρτέτο εγχόρδων του Νίκου Σκαλκώτα, έργο που γράφτηκε το 1928, δηλαδή πριν από περίπου έναν αιώνα και συνεπώς αποτελεί ιστορική μουσική. Χρονικά απέχει από εμάς όσο και από το 15ο Κουαρτέτο του Μπετόβεν που ολοκληρώθηκε το 1825 και ακούστηκε στο δεύτερο μέρος του προγράμματος. Ο κύκλος της ατονικότητας, στον οποίο εντάσσεται το έργο του Σκαλκώτα, έχει κλείσει προ πολλού και με την απόσταση του χρόνου μπορεί κανείς να αποτιμήσει ψύχραιμα τους καρπούς του.
Το συγκεκριμένο κουαρτέτο γράφτηκε στο Βερολίνο, λίγους μήνες μετά την έναρξη μαθητείας του Σκαλκώτα πλάι στον Σένμπεργκ και η επίδραση των θεωριών όπως και της προσωπικότητας του διάσημου δασκάλου είναι φανερή. Σήμερα, η εξοικείωση των μουσικών με τη συγκεκριμένη τεχνοτροπία επιτρέπει αναγνώσεις που έχουν ξεπεράσει το επίπεδο της αποκωδικοποίησης και διαθέτοντας πλέον ιστορική ματιά, προχωρούν σε ερμηνείες. Eτσι, οι μουσικοί του Κουαρτέτου Τζούλιαρντ χώρεσαν ακόμα και έκφραση στα περισσότερο λυρικά σημεία του έργου, κάτι που δεν είναι βέβαιο ότι θα άρεσε στον Σένμπεργκ, αλλά μάλλον θα ικανοποιούσε τον Σκαλκώτα, εάν κρίνει κανείς από την εξέλιξη της μουσικής του.
Ακολούθησε το κουαρτέτο «Πουλιά στο φεγγάρι» που η Αμερικανίδα συνθέτρια Μισέλ Μπάρτζελ Ρος έγραψε ειδικά για το Τζούλιαρντ το 2024, δηλαδή περίπου εκατό χρόνια μετά το έργο του Σκαλκώτα. Προτάσσει του έργου της ένα μουσικό δάνειο από το Πρελούδιο σε μι ύφεση μείζονα (BWV 852) του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ σε δική της μεταγραφή. Θεωρεί επίσης ότι το έργο της κινείται ηθελημένα στον μουσικό απόηχο που αφήνει το 15ο Κουαρτέτο του Μπετόβεν και χαρακτηρίζει τη σύνθεσή της ως «ποιητικό λαβύρινθο που διατρέχει εποχές και ηχοχρώματα με τρόπο συνειρμικό και υποσυνείδητο». Στην πράξη, τα πέντε μέρη του κουαρτέτου της, που ακούγονται χωρίς παύση μεταξύ τους, συνιστούν διαφορετικές ατμόσφαιρες, λυρικές ή περισσότερο νευρώδεις, στις οποίες τα όργανα συνεισφέρουν ισότιμα με το ξεχωριστό τους ηχόχρωμα.
Εκφραστικός Μπετόβεν
Ακολούθησε το μεγαλειώδες 15ο Κουαρτέτο του Μπετόβεν, έργο της ωριμότητάς του, σύνθετο και με πολλές και διαφορετικές απαιτήσεις, τεχνικές όσο και εκφραστικές. Στον πυρήνα του βρίσκεται ένα εκτενέστατο αργό μέρος, ένα «αντάτζιο» που φέρει την προμετωπίδα «Ιερός ευχαριστήριος ύμνος στη θεότητα από έναν αναρρωνύοντα, σε λύδιο τρόπο».
Ο Μπετόβεν το συνέθεσε προκειμένου να ευχαριστήσει τον Θεό για την ανάρρωσή του από σοβαρή ασθένεια και επέλεξε τον λύδιο, έναν παλαιό εκκλησιαστικό τρόπο, προκειμένου να δώσει στη μουσική την πνευματικότητα που επιθυμούσε.
Οι τέσσερις μουσικοί του Κουαρτέτου Τζούλιαρντ ανταποκρίθηκαν υποδειγματικά στο ζητούμενο, πάνω απ’ όλα με έναν ήχο εξαιρετικά καλλιεργημένο και εκφραστικό, ικανό να αποδώσει πλήθος αποχρώσεων, επομένως και συναισθημάτων. Καθένας ξεχωριστά αλλά και οι τέσσερις σε συνεργασία έδωσαν μία ιδιαίτερα ποιητική ανάγνωση ειδικά στο αργό μέρος, προσφέροντας σε καθεμία από τις ενότητές του τον ξεχωριστό της χαρακτήρα και ολοκλήρωσαν την ερμηνεία τους με τον δυναμισμό και τη δραματική ένταση που ζητά το τελικό μέρος.

