Η ελαιογραφία «Ο Λυτρωτής Χριστός», που αποδόθηκε στον Θεοτοκόπουλο και στο εργαστήριό του από τον ιστορικό της τέχνης και επιμελητή της Ζωγραφικής Νεότερων Χρόνων των Μουσείων Βατικανού, Φαμπρίτσιο Μπιφεράλι (ειδικό της βενετικής ζωγραφικής, ιδιαίτερα της περιόδου της Μεταρρύθμισης), προσφέρει στο κοινό μια θολή απεικόνιση της τέχνης του Θεοτοκόπουλου. Αυτό σκέφθηκα βγαίνοντας από τον εκθεσιακό χώρο και ξανακοιτώντας απορημένη τον τίτλο της έκθεσης «Ο Ελ Γκρέκο στον καθρέφτη. Δύο πίνακες συγκρινόμενοι» (Παπικό Μέγαρο Castel Gandolfo της Ρώμης, έως τις 30 Ιουνίου). Ο «Λυτρωτής Χριστός» συνοδεύεται στην έκθεση από το ενυπόγραφο έργο του Θεοτοκόπουλου «Ο Αγιος Φραγκίσκος λαμβάνει τα στίγματα» (τέμπερα σε ξύλο, 28×20 εκ.), ιδέα που υπαγορεύθηκε από την απόφαση του Βατικανού να τιμηθεί ο Φτωχούλης του Θεού, πολιούχος της Ιταλίας, με τη συμπλήρωση 800 χρόνων από την κοίμησή του (1226-2026). Η παρούσα περίσταση δεν επιτρέπει ανάλυση του θαυμάσιου αυτού έργου της πρώτης ωριμότητας που σημείωσε ο Κρητικός καλλιτέχνης στην Ιταλία, συναιρώντας το βυζαντινό με το δυτικό ιδίωμα, αλλά οφείλουμε να θαυμάσουμε το εμπνευσμένο νατουραλιστικό τοπίο, που διαπνέεται από ποιητική, σχεδόν οραματική διάθεση και αντανακλά την επίδραση της φλαμανδικής τοπιογραφίας στον λεπτομερή σχεδιασμό δέντρων (που ο ζωγράφος θα είχε σπουδάσει στη Ρώμη μάλλον, παρά στη Βενετία). Το έργο φέρει την υπογραφή «ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ ΕΠΟΙΕΙ» και χρονολογείται το 1570-1575, όταν ο Θεοτοκόπουλος βρισκόταν στη Ρώμη.
Ο «Λυτρωτής Χριστός» (45×29 εκ., λάδι σε ξύλο ισπανικού πεύκου), άγνωστος στο ευρύτερο κοινό, χρονολογήθηκε από τον Μπιφεράλι, μετά τον καθαρισμό του, μεταξύ 1590-1595 και αποδόθηκε, όπως ανέφερα, στον Θεοτοκόπουλο και στους συνεργάτες του. Τόσο η χρονολόγηση όσο και η απόδοση του έργου δύσκολα θα βρουν συναίνεση, κατά τη γνώμη μου, από τους ειδήμονες του έργου του Κρητικού ζωγράφου. Το έργο φαίνεται να μιμείται ανεπιτυχώς το ύφος του Θεοτοκόπουλου και οι φαρδιές, ακατέργαστες και άτονες ζωγραφικές επιφάνειες που διαρθρώνουν το πρόσωπο της μορφής και τον λαιμό με την άτεχνη ανατομία, ακόμη και το ανέκφραστο βλέμμα, ανήκουν πιθανότατα σε αδέξιο Ισπανό ζωγράφο, μιμητή του Θεοτοκόπουλου, που δούλεψε ίσως με βάση κάποιο αντίγραφο ή χαρακτικό (έργου του Θεοτοκόπουλου), στο οποίο η κεφαλή του Χριστού έκλινε, αντίθετα από το πρωτότυπο έργο, προς τα αριστερά του παρατηρητή.
Δώρο στον Ποντίφικα
Ο πίνακας δωρήθηκε το 1967 από τον Ισπανό καθολικό διανοούμενο και πολιτικό Χοσέ Σάντσεθ ντε Μουνιαΐν στον Πάπα Παύλο ΣΤ΄. Προσφάτως υποβλήθηκε σε καθαρισμό από την Αλεσάντρα Ζαρέλι, επικεφαλής του εργαστηρίου συντήρησης του Βατικανού. Ο καθαρισμός έφερε στο φως το έργο που βλέπουμε σήμερα, απομακρύνοντας ένα στιβαρό στρώμα επιζωγράφισης.
Το έργο είχε περιέλθει στα χέρια πλαστογράφου, ο οποίος του προσέδωσε ένα ύφος αποτυχημένης μίμησης του ώριμου στυλ του Θεοτοκόπουλου. Το έργο που αποκαλύφθηκε δεν φέρει υπογραφή, σε αντίθεση με το εξωτερικό, πλαστογραφημένο στρώμα, όπου ο πλαστογράφος είχε φροντίσει να αντιγράψει το «ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ ΕΠΟΙΕΙ». Η μεγάλη διαφημιστική καμπάνια που έκανε το Βατικανό, ότι είναι κάτοχος έργου του Ελ Γκρέκο, και η εσφαλμένη δημοσιογραφική πληροφόρηση προέτρεψαν ΜΜΕ και ιστορικούς τέχνης να επικροτούν την είδηση ότι ο πίνακας, και μετά τον καθαρισμό του, αναδεικνύεται ως έργο ενυπόγραφο του Θεοτοκόπουλου. Ζήτησα με επιστολή μου από τη Ζαρέλι να μου διευκρινίσει το θέμα. Στις 10/4 έλαβα την απάντησή της (που επιβεβαίωνε την υπόνοιά μου) ότι η υπογραφή «ήταν μέρος της επιζωγράφισης και επομένως της πλαστογράφησης», όπως έγραψε επί λέξει, συνεπώς αφαιρέθηκε με την απομάκρυνσή του. Η εικόνα που αναδύθηκε δεν φέρει υπογραφή, ανέφερε.
Ας αντλήσουμε, όμως, περισσότερα στοιχεία από το πόρισμα καθαρισμού. Η Ζαρέλι απεφάνθη πως η ελαιογραφία είναι ημιτελής με διαδοχικές ζωγραφικές στρώσεις, που εν μέρει επικαλύπτονται και εν μέρει συγχωνεύονται. Εντόπισε επίσης τέσσερις μικρές οπές κατά μήκος της πάνω και της κάτω πλευράς του πίνακα, οι οποίες θα χρησίμευαν, σύμφωνα με τον Μπιφεράλι, για τη στήριξή του κατά τη μεταφορά σε λιτανεία, όπως έχει παρατηρηθεί λ.χ. στο «Ιδε ο Ανθρωπος» του Φεντερίκο Μπαρότσι (Περούτζια, 1590-1610 περ.). Σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι η εξέταση του έργου με υψηλής ευκρίνειας απεικόνιση, και υπό τον έλεγχο ριφλετογραφίας (ακτίνες υπέρυθρης ανακλαστικότητας) στο εργαστήριο επιστημονικής έρευνας του Βατικανού, έφερε στο φως στην πάνω γωνία του πίνακα (αριστερά του Χριστού) τα σκίτσα των μορφών της Θεοτόκου με το Θείο Βρέφος και μέρος της σκηνής «Η εμφάνιση της Θεοτόκου στον Αγιο Λαυρέντιο», ενώ στο μέσον του πίνακα, πάνω στο πρόσωπο του Χριστού και χαμηλότερα, εμφανίστηκε η αχνή σκιτσογράφηση του «Αγίου Δομήνικου προσευχόμενου στον Σταυρό». Οι συνθέσεις αυτές χρονολογήθηκαν το 1580 και το 1590 αντίστοιχα από τον Μπιφεράλι, ο οποίος τις θεώρησε πρωτόλειες συνθέσεις, που ο Θεοτοκόπουλος ανέπτυξε αργότερα σε έργα του όπως η «Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα με τις Αγίες Αγνή και Μαρτίνα» (Washington, Εθνική Πινακοθήκη, 1597-1599), και «Ο Αγιος Δομήνικος προσευχόμενος» (ιδιωτική συλλογή, 1590 περ.). Μπορούμε να συναινέσουμε στο ότι οι υποκείμενες συνθέσεις, χάρη στις οποίες ο πίνακας χαρακτηρίστηκε ως «παλίμψηστο», εγγυώνται τη γνησιότητά του ως αναγεννησιακού έργου. Στο λινκ της παρουσίασής του από τον συνάδελφο Μπιφεράλι, ο πίνακας χαρακτηρίστηκε πράγματι ως «”taccuino pittorico”, ζωγραφικό σημειωματάριο, προερχόμενο από το εργαστήρι του Θεοτοκόπουλου». Η προσεκτική εξέταση της μορφής του Χριστού όμως θα απέτρεπε, κατά τη γνώμη μου, κάθε προσπάθεια απόδοσης στον Eλ Γκρέκο ή θεώρησή της ως ρεπλίκας, φιλοτεχνημένης στο παραγωγικό εργαστήριο του ζωγράφου, καθώς υποστήριξε ο Μπιφεράλι. Και οι συγκρίσεις, τις οποίες επικαλείται με το ομώνυμο αριστουργηματικό και ενυπόγραφο έργο στην γκαλερί Νάροντνι της Πράγας, πλήρως αντιπροσωπευτικό του ώριμου ύφους του ζωγράφου, ακόμη και με εκείνο στο Ινστιτούτο Τέχνης ΜακΝέι, στο Σαν Αντόνιο του Τέξας, δεν φαίνεται να δικαιώνουν τη γνώμη του για τον «Χριστό» του Βατικανού. Ο «Χριστός Λυτρωτής» θα επανέλθει μετά την έκθεση στην Αίθουσα των Πρεσβευτών του Παπικού Διαμερίσματος Ακροάσεων. Τότε θα πρέπει να καταστεί αντικείμενο εμβριθέστερης μελέτης από ειδήμονες του Θεοτοκόπουλου εκτός των τειχών του Βατικανού.
*H κ. Χρύσα Δαμιανάκη είναι καθηγήτρια της τέχνης της Ιταλικής Αναγέννησης στο Πανεπιστήμιο του Σαλέντο.

