Εχει και φέτος ενδιαφέρον η έρευνα του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Εργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ) για την ελληνική βιβλιοπαραγωγή του περασμένου έτους. Οχι τόσο για κάποια νέα τάση, όσο για μία που και το 2025 έμεινε σταθερή: τον υψηλό ρυθμό κυκλοφορίας νέων εκδόσεων.
Αρκεί μια ματιά στα στοιχεία που αντλήθηκαν από τη βιβλιογραφική βάση του ΟΣΔΕΛ, το Bookpoint, και τα οποία παρουσιάστηκαν προ ημερών στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης: οι νέοι τίτλοι ήταν πέρυσι 11.578, δηλαδή περίπου όσοι και τις δύο προηγούμενες χρονιές (11.735 το 2024 και 11.676 το 2023).
Κυριάρχησε η λογοτεχνία, με 4.044 καινούργιες εκδόσεις (και με τα μυθιστορήματα και την ποίηση να αντιστοιχούν σε ποσοστά 47% και 29% επί του συνόλου της κατηγορίας), ενώ ακολούθησαν τα παιδικά βιβλία με 2.724 τίτλους.
Οπως ειπώθηκε στην εκδήλωση του ΟΣΔΕΛ, μια παραγωγή μεγαλύτερη από 11.000 νέες εκδόσεις ετησίως αντιστοιχεί στην έκδοση τριάντα βιβλίων την ημέρα. Αραγε, η αγορά ευνοεί τέτοιο νούμερο ή το αντέχει μετά βίας; Το αποζητούν μήπως οι αναγνώστες ή πολλοί χάνονται στην πληθώρα νέων τίτλων; Και ποια τύχη έχουν σε έναν τέτοιο ωκεανό τα καλά βιβλία;
Εξαφανίζονται αξιανάγνωστοι τίτλοι
Κυριάκος Αθανασιάδης, συγγραφέας
Είναι οι καλύτεροι καιροί, είναι οι χειρότεροι καιροί· είναι η εποχή της σοφίας, είναι η εποχή της ανοησίας· είναι τα χρόνια της υπεραφθονίας, είναι τα χρόνια της στέρησης. Ποτέ πριν δεν είχαμε τόσο πολλά βιβλία γύρω μας, τόσους νέους τίτλους κάθε χρόνο, τέτοια ποικιλία και τέτοια εγγύτητα στις νέες εκδόσεις των μεγάλων γλωσσών. Παρά ταύτα –τι ειρωνεία–, η υπερπροσφορά αυτή εξαφανίζει από τα βιβλιοπωλεία ένα (πιθανόν μεγάλο) ποσοστό αξιανάγνωστων τίτλων και δυσχεραίνει τη δυνατότητα πλοήγησης του αναγνωστικού κοινού στην εκδοτική παραγωγή. Οι περίπου 30 νέοι τίτλοι την ημέρα (εννοώ: επί 365 ημέρες τον χρόνο, βρέξει-χιονίσει) είναι ένα θαύμα και ένας πλούτος που η μικρή ελληνική κοινότητα των ανθρώπων, που όντως διαβάζουν, δεν μπορεί να εξακολουθεί να διαχειρίζεται και να στηρίζει. Σύμφωνα με προηγούμενη έρευνα του ΟΣΔΕΛ, ένα 35% των Ελλήνων δεν διαβάζει ποτέ τίποτε, ένα 34% διαβάζει ένα έως τέσσερα βιβλία τον χρόνο («διαβάζει», όχι αναγκαστικά «αγοράζει»), ενώ το 31%, οι λεγόμενοι εντατικοί αναγνώστες, διαβάζουν πάνω από πέντε βιβλία ετησίως – μάλιστα, το ~20% αυτών των ηρωικών ανθρώπων «ευθύνεται» για την αγορά τού ~80% των βιβλίων. Χάρη σε αυτούς, και κυρίως χάρη σε αυτές (πολλές νεαρές γυναίκες ευτυχώς διαβάζουν Romantasy), η αγορά στέκεται στα πόδια της. Οσο στέκεται. Καθώς οι τιμές των βιβλίων παραμένουν χαμηλές, κάτω από τον πληθωρισμό, δεν είναι σαφές πόσο θα κρατήσει αυτό: όταν οι εκδότες απορροφούν τις αυξήσεις δουλεύοντας με ολοένα μικρότερα περιθώρια κέρδους (θυμίζουμε ότι τα κέρδη των εκδοτικών οίκων επανεπενδύονται σε καινούργια βιβλία), αντιλαμβανόμαστε ότι η αγορά λειτουργεί στα όριά της. Για να μη μιλήσουμε για τις χιλιάδες αυτοεκδόσεις, για αντίτυπα που πωλούνται, ξαναγοράζονται και ξαναπουλιούνται δυο και τρεις φορές από ορισμένα βιβλιοπωλεία, για πλατφόρμες όπου ψωνίζεις βιβλία που εμπίπτουν στον νόμο περί ενιαίας τιμής με εκπτώσεις άνω του 10%, ή άλλες μορφές πειρατείας. Ζούμε στην εποχή του Φωτός, ζούμε στην εποχή του Σκότους. Οπως πάντα.
Πλούτος εκδόσεων, πλούτος ιδεών
Αργύρης Καστανιώτης, εκδότης
Η συζήτηση για τον αριθμό των βιβλίων που εκδίδονται στην ελληνική αγορά απαιτεί σοβαρή και ψύχραιμη προσέγγιση και όχι εύκολους αφορισμούς. Παρά την αίσθηση του κορεσμού, η Ελλάδα παραμένει πίσω βιβλιογραφικά, συγκρινόμενη με άλλες χώρες, από τις οποίες μας χωρίζουν ιστορικές και καταστατικές διαφορές. Αναλογιστείτε μόνον ότι από την ίδρυση της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας έως την ίδρυση της αντίστοιχης της Ελλάδας μεσολαβούν περίπου πέντε αιώνες. Αυτό το χρονικό χάσμα αποτυπώνεται σε πολλά επίπεδα. Είναι πολυάριθμα τα κλασικά έργα της παγκόσμιας γραμματείας που παραμένουν αμετάφραστα στη γλώσσα μας, γεγονός που καταδεικνύει ότι έχουμε μπροστά μας δρόμο να διανύσουμε για τη διεύρυνση του βιβλιογραφικού μας χάρτη.
Επί της αρχής, ο μεγάλος αριθμός εκδόσεων δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς ο πλούτος των βιβλίων αντανακλά τον πλούτο των ιδεών. Κάθε εκδότης κάνει τις δικές του επιχειρηματικές επιλογές, επενδύοντας πάντα σε όσους τίτλους αντέχει το πλάνο του. Η εικόνα, όμως, του συνολικού όγκου των νέων βιβλίων συχνά παρερμηνεύεται, καθώς επηρεάζεται σημαντικά και από βιβλία εκδοτών που καταγράφουν μεγάλο πλήθος τίτλων, παράγοντας κυρίως αυτοεκδόσεις.
Η ανησυχία ότι τα καλά βιβλία χάνονται μέσα στον όγκο της παραγωγής δεν ευσταθεί. Τα δεδομένα δείχνουν ότι το αναγνωστικό κοινό επιλέγει τι θα διαβάσει με συγκεκριμένα φίλτρα, δίνοντας προτεραιότητα στον συγγραφέα και στο θέμα. Αν θεωρήσουμε πρόβλημα την τελική επιλογή ανάμεσα σε χιλιάδες βιβλία, αυτό λύνεται αποτελεσματικά από τους ενημερωμένους βιβλιοπώλες, που με τις γνώσεις τους και τη γενικότερη συγκρότησή τους λειτουργούν ως πολύτιμοι σύμβουλοι, προτείνοντας στους αναγνώστες τα βιβλία που ενδεχομένως δεν ξέρουν ότι θα ήθελαν να διαβάσουν.
Σε μια αγορά με πρωταγωνιστές τη λογοτεχνία, την επιστήμη, την τέχνη, τα βιβλία για παιδιά, η θεματική ποικιλία και η λειτουργία εκατοντάδων εκδοτικών οίκων είναι απόδειξη ότι ο χώρος του βιβλίου παραμένει ένας ζωντανός οργανισμός. Η αφθονία των επιλογών δεν πνίγει την ποιότητα, αλλά αντίθετα ανανεώνει τις αναγνωστικές συνήθειες και ενισχύει τη φιλαναγνωσία, σε μια εποχή που η ψηφιακή πληροφορία κυριαρχεί.

