Ολιβιέ Σαγιάρ: Ψάχνοντας στην ντουλάπα την Τίλντα Σουίντον

Ολιβιέ Σαγιάρ: Ψάχνοντας στην ντουλάπα την Τίλντα Σουίντον

«Μπορούμε να αφηγηθούμε μια ολόκληρη ζωή μέσα από τα ρούχα», λέει στην «Κ» μιλώντας για την περφόρμανς «Α biographical wardrobe», που παρουσιάζει μαζί με τη διάσημη ηθοποιό στο Onassis Ready.

7' 2" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

O Ολιβιέ Σαγιάρ, ο βενιαμίν μιας πολυμελούς οικογένειας, αναφέρει ότι δεν είχε ποτέ δικό του υπνοδωμάτιο. Κατά πάσα πιθανότητα δεν είχε και πολλά ρούχα αγορασμένα ή ραμμένα ειδικά για εκείνον, φορούσε ό,τι δεν έκανε πια στα αδέλφια του. Ησυχία και μέρος για να απλώσει τα όνειρά του έβρισκε μόνο στη σοφίτα του σπιτιού τους. «Hταν γεμάτη κουτιά με ρούχα που ανήκαν στους γονείς μου, στα αδέλφια μου, σε άλλους συγγενείς. Περνούσα ολόκληρα Σαββατοκύριακα εκεί ανοίγοντας τα πάντα. Τον χειμώνα έκανε τρομερή παγωνιά και το καλοκαίρι αφόρητη ζέστη, αλλά  τρελαινόμουν να ανεβαίνω εκεί πάνω, ήταν ο προσωπικός μου χώρος. Χρόνια αργότερα, κατάλαβα ότι από εκεί ξεκίνησε η σχέση μου με τη μόδα, αλλά τη μόδα που συνδέεται με το παρελθόν, που λέει ιστορίες», εξηγεί ο κορυφαίος Γάλλος ιστορικός μόδας και επιμελητής. Επικεφαλής του τμήματος μόδας στο Musée des Arts Décoratifs και διευθυντής επί σειράν ετών στο Palais Galliera, το μουσείο μόδας του Παρισιού, έχει επιμεληθεί σημαντικές εκθέσεις για τον Κριστομπάλ Μπαλενσιάγκα, τη Madame Grès, τον Κριστιάν Λακρουά, τον Αζεντίν Αλάια και έχει συνεργαστεί με ιδρύματα όπως το Victoria & Albert 
στο Λονδίνο και το Fondation Cartier στο Παρίσι. Ο λόγος, όμως, για τον οποίο κατατάσσεται ως μία από τις πιο επιδραστικές μορφές της σύγχρονης μόδας αφορά την παραστατική γλώσσα που έχει αναπτύξει γύρω από το ρούχο, συνδυάζοντας μόδα, ποίηση και θέατρο. 

Ναπολέων και Σάρα Μπερνάρ

Το 2012 και ενώ είναι διευθυντής στο Musée de la mode de Paris προσκαλεί την Τίλντα Σουίντον να παρουσιάσουν την περφόρμανς «The Impossible Wardrobe», με ενδύματα και αξεσουάρ από τη συλλογή του μουσείου, στο Palais de Tokyo. Φορώντας μια λευκή ρόμπα από μουσελίνα σαν εκείνες που φορούσαν τα μοντέλα στα ατελιέ υψηλής ραπτικής, η χαρισματική ηθοποιός άγγιζε το παλτό του Ναπολέοντα και το έφερνε πολύ κοντά στη μύτη της, σήκωνε ένα φόρεμα της Σάρα Μπερνάρ και έπειτα το απομάκρυνε, επεδείκνυε σε ένα δίσκο ένα ζευγάρι γάντια με χρυσά νύχια της Ελσα Σκιαπαρέλι. «Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σύγχρονη μόδα. Είναι πάντα μπερδεμένη: υποτίθεται ότι αφορά το μέλλον, αλλά κοιτάζει διαρκώς πίσω. Το παρελθόν είναι πιο καθαρό», σχολιάζει ο Γάλλος επιμελητής για τη σκέψη γύρω από αυτήν τη δράση.

Το 2023 στο -1 της Στέγης, εκείνος και η Σουίντον παρουσίασαν το «Embodying Pasolini», μια περφόρμανς βασισμένη στα αυθεντικά κοστούμια ταινιών του Παζολίνι. Η Σουίντον τα προσέγγιζε σχεδόν με τελετουργική φροντίδα, σαν να κρατούσε σώματα φορτισμένα ακόμη με μνήμη. Τώρα επιστρέφουν για να παρουσιάσουν την περφόρμανς «Α biographical wardrobe» στο Onassis Ready, μέρος της έκθεσης «Ongoing», στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονται η τολμηρή περφόρμερ και η δημιουργική σχέση της με οκτώ στενούς συνεργάτες της. Η γκαρνταρόμπα στην οποία επικεντρώνονται αυτήν τη φορά ανήκει στην ίδια: κειμήλια της οικογένειάς της, σύνολα με τα οποία περπάτησε στο κόκκινο χαλί, κοστούμια από ταινίες και προσωπικά της αντικείμενα. 

Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σύγχρονη μόδα. Είναι πάντα μπερδεμένη: υποτίθεται ότι αφορά το μέλλον, αλλά κοιτάζει διαρκώς πίσω. Το παρελθόν είναι πιο καθαρό.

«Η ντουλάπα σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός ανθρώπου. Μπορούμε να αφηγηθούμε μια ολόκληρη ζωή μέσα από τα ρούχα, ακόμη και αν ο ιδιοκτήτης δεν μας αποκαλύψει τίποτα για αυτές τις επιλογές», υπογραμμίζει ο καταξιωμένος επιμελητής. Πριν από κάποια χρόνια, όταν ήταν επιμελητής μόδας στο Μusée des Arts decoratifs, γνώρισε μια πλούσια κυρία από τις σημαντικές πελάτισσες της υψηλής ραπτικής. Του έδειξε δύο σειρές από φορέματα που φορούσε σε όλη της τη ζωή. Σχεδόν όλα ήταν μαύρα –Μπαλενσιάγκα– εκτός από ένα που είχε χρώμα: πορτοκαλί, κίτρινο, ροζ. «Με ξάφνιασε και τη ρώτησα. Μου είπε, λοιπόν, πως αφού έφυγε από τη ζωή ο άνδρας της ερωτεύθηκε ξανά, όμως η σχέση δεν προχώρησε και έτσι επέστρεψε στο μαύρο. Είναι η στιγμή που επιτρέπεις στον εαυτό σου να γίνει κάτι άλλο. Ακόμη και αν δεν έλεγε κάτι, θα το υπέθετα. Είναι σαν να βλέπεις τη βιβλιοθήκη κάποιου, ξέρεις τα γούστα του, τις πεποιθήσεις του, καταλαβαίνεις τι τον συγκινεί. Το ίδιο συμβαίνει και με μια ντουλάπα, διακρίνεις τις αναμνήσεις, τις στιγμές που υπήρξες ελεύθερος ή δραματοποίησες μια κατάσταση, βλέπεις τον χρόνο που έχει περάσει». 

Βιβλίο αναμνήσεων

Αν κάποιος ανοίξει τη δική του ντουλάπα; «Πριν από μερικά χρόνια αποφάσισα να μειώσω δραστικά την ντουλάπα μου. Είχα συσσωρεύσει ρούχα από την εφηβεία μου και είχε γίνει τεράστια. Ετσι άρχισα να κόβω μικρά κομμάτια από πολλά ρούχα και να τα μετατρέπω σε ένα είδος υφασμάτινου βιβλίου αναμνήσεων. Σήμερα, αν ανοίγατε την ντουλάπα μου, θα βλέπατε κάτι πολύ απλό: μπλε τζιν πουκάμισα, ίδια παντελόνια, πουκάμισα σε απαλό ροζ, vintage γραβάτες, ένα φούτερ του πατέρα μου, ένα παλτό που αγόρασα πριν από χρόνια. Φοράω σχεδόν το ίδιο πράγμα κάθε μέρα. Είναι πολυτέλεια να έχεις λίγα πράγματα», υποστηρίζει, συνοψίζοντας και τη βαθύτερη σκέψη του γύρω από την ταυτότητα και το ένδυμα. Για εκείνον, το να κρατάει συγκεκριμένα ρούχα σημαίνει ότι έχει αποφασίσει πώς θέλει να συστηθεί στον κόσμο. Τα ρούχα πρέπει να σε βοηθούν να εκφράσεις τον εαυτό σου και όχι να αγοράσεις status, και αυτό, πιστεύει, γίνεται ολοένα δυσκολότερο μέσα στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η μόδα. Ποια λέξη αγνοεί σήμερα το fashion industry; «Την οικειότητα. Η μόδα αναφέρεται συνεχώς σε “κληρονομιά”, αλλά σχεδόν ποτέ σε συναισθηματική σχέση με τα ρούχα, η οποία χτίζεται με τον χρόνο και τη χρήση, και αποτυπώνεται πάνω στο ύφασμα. Η οικειότητα δεν μπορεί να πουληθεί». 

Ολιβιέ Σαγιάρ: Ψάχνοντας στην ντουλάπα την Τίλντα Σουίντον-1
«Η ντουλάπα σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός ανθρώπου», λέει στην «Κ» ο Ολιβιέ Σαγιάρ και εξηγεί πως είναι σαν να βλέπεις τη βιβλιοθήκη κάποιου, μαθαίνεις τα γούστα του, καταλαβαίνεις τι τον συγκινεί.

Μιλάει για κατασκευασμένες ταυτότητες και τον εγκλωβισμό των γυναικών στην εικόνα του sex idol. «Εβλεπα πρόσφατα τη Mαντόνα με τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ να εμφανίζονται σχεδόν γυμνές, φορώντας κορμάκια στο χρώμα του δέρματος, και αναρωτιόμουν πώς φτάσαμε έως εδώ. Πώς παγιδεύτηκαν οι γυναίκες μέσα σε αυτή την εικόνα;». Αντιθέτως, ανατρέχει στην Γκρέις Τζόουνς στα τέλη των ’70s – αρχές ’80s: στα αυστηρά ανδρικά κοστούμια, στις έντονες γωνίες, στη σχεδόν γλυπτική κομψότητα μιας παρουσίας που δεν φοβόταν την ανδρογυνία ούτε την ασάφεια. «Ηταν απίστευτα σικ και ταυτόχρονα ελεύθερη», τονίζει. «Δεν ήταν φυλακισμένη μέσα σε μια στερεοτυπική θηλυκότητα». Τις ίδιες ποιότητες αναγνωρίζει και στην Τίλντα Σουίντον, την οποία περιγράφει σαν «λευκό καμβά». «Μπορεί να είναι άνδρας ή γυναίκα, νέα ή ηλικιωμένη. Παραμένει πάντα ο εαυτός της και ταυτόχρονα μεταμορφώνεται διαρκώς». Για τον Σαγιάρ, αυτή η δυνατότητα να κινείται κανείς ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές του εαυτού του –χωρίς να εγκλωβίζεται σε μία μόνο εικόνα– χαρίζει ελευθερία και ενθαρρύνει μια πιο δημιουργική σχέση με τα ρούχα.

Τα ρούχα μιλούν

Ποιος επιλέγει τα ρούχα στην περφόρμανς που θα δούμε στην Αθήνα; «Κυρίως η Τίλντα», απαντά. «Αλλά εγώ παραμένω επιμελητής, οπότε προτείνω κι εγώ κάποια κομμάτια. Πρέπει να ακούς τα ρούχα. Κάποιες φορές κάτι που μοιάζει πολύ δυνατό τελικά δεν λειτουργεί πάνω στη σκηνή». Η δράση ξεκινά με ένα πράσινο φόρεμα από τα ’70s που είχε επιλέξει η μητέρα της Σουίντον όταν εκείνη ήταν ακόμη νεαρή. Ραμμένο στη Σκωτία, αυστηρό και σχεδόν «θατσερικό», όπως το περιγράφει ο Σαγιάρ, δεν είναι καθόλου το είδος του ρούχου που θα φανταζόταν κανείς για την ηθοποιό. «Πολύ συχνά οι μητέρες προσπαθούν να διαμορφώσουν τη θηλυκότητα των κοριτσιών τους», λέει. «Και όλοι κουβαλάμε μέσα στις ντουλάπες μας ίχνη από ανθρώπους που προσπάθησαν να μας πουν ποιοι πρέπει να είμαστε». Υπάρχουν φυσικά και κομμάτια από τις δημόσιες εμφανίσεις της και το κόκκινο χαλί, αλλά είναι ελάχιστα. Η ίδια ξεδιπλώνει προσεκτικά μέσα από λεπτό χαρτί και λινό μια πλεκτή ζακέτα της γιαγιάς της, ένα κομμάτι του Ραφ Σίμονς το οποίο έχει συνδέσει με τη μέρα που γνώρισε τον Λούκα Γκουαντανίνο, αλλά και το ξύλινο πόδι του πατέρα της, το οποίο αντικατέστησε αυτό που έχασε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Η πιο συγκινητική στιγμή είναι όταν η Σουίντον κρατάει ένα παλιό, φθαρμένο φούτερ του Ντέρεκ Τζάρμαν, του σκηνοθέτη και ακτιβιστή με τον οποίο συνδέθηκε στενά και συνεργάστηκε σε εννέα ταινίες», επισημαίνει. 

Εβλεπα τη Mαντόνα με τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ να εμφανίζονται σχεδόν γυμνές και αναρωτιόμουν πώς φτάσαμε έως εδώ. Πώς παγιδεύτηκαν οι γυναίκες μέσα σε αυτή την εικόνα;

Καθ’ όλη τη διάρκεια της περφόρμανς, η σκηνή γεμίζει αργά με ρούχα από τη ζωή της Σουίντον. Τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο πάνω σε κρεμάστρες, ενώ εκείνος και η ηθοποιός συνομιλούν διαρκώς επί σκηνής: της κάνει ερωτήσεις, εκείνη απαντά, κάποιες φορές αυτοσχεδιάζουν, με τον Σαγιάρ να προσθέτει νέες ερωτήσεις ανάλογα με τη ροή της βραδιάς. «Δεν είμαι ηθοποιός, τελικά, όμως, ανακάλυψα ότι νιώθω πιο άνετα πάνω στη σκηνή». Ισως γιατί τα ρούχα δεν είναι μόνο εικόνα, αλλά και αφορμή για εκμυστηρεύσεις, παραδοχές και ανομολόγητα λάθη.

Περφόρμανς «Α biographical  wardrobe», διάρκεια 80΄. 
Εως 19 Μαΐου στο Onassis Ready, Στρατή Τσίρκα 2, Αγιος Ιωάννης Ρέντης. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT