«Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής στον κόσμο». Οταν μια κυρία μάς πλησιάζει για να ρωτήσει διστακτικά αν πρόκειται για «τον ίδιο που έγραψε την “Ιθάκη”», ο Δημήτρης Καταλειφός δεν απαντάει συγκαταβατικά. Αυτό που λέει το νιώθει βαθιά μέσα του, σχεδόν το φωνάζει για να το ακούσουν κι άλλοι μέσα στη βουή του κατάμεστου από τουρίστες πεζοδρόμου. Ο άνθρωπος που υποδύθηκε τον Κωνσταντίνο Καβάφη πριν από ακριβώς 20 χρόνια στην ομώνυμη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή είναι ο ένας από τους πέντε καλεσμένους μας στο νέο αξιοθέατο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου: το γλυπτό-καθιστικό του Κ. Π. Καβάφη, δωρεά του Ιδρύματος Ωνάση στον Δήμο Αθηναίων, σε ένα από τα πλέον πολυσύχναστα σημεία της πόλης. Ανάμεσα στους ανθρώπους που απευθυνθήκαμε για μια πρώτη εντύπωση αλλά και για μια σύντομη αφήγηση της δικής τους σχέσης με τον ποιητή, ο ίδιος ο δημιουργός του γλυπτού, ο Πραξιτέλης Τζανουλίνος, άρτι αφιχθείς από το αγαπημένο του νησί, την Τήνο.
«Σε ελαφρήν απόκλιση προς το σύμπαν»
Αλίσια Στόλινγκς, ποιήτρια και μεταφράστρια (ΗΠΑ)

Είμαι ποιήτρια και ζω στην Ελλάδα, οπότε, ναι, ο Καβάφης είναι κομμάτι του κόσμου μου. Αρχισα να τον διαβάζω σοβαρά όταν μετακομίσαμε στην Ελλάδα το 1999, και τον διάβαζα στις μεταφράσεις των Εντμουντ Κίλι και Φίλιπ Σέραρντ, ενώ παράλληλα προσπαθούσα να κατανοήσω το πρωτότυπο, με τη βοήθεια της μετάφρασης και ενός λεξικού, ακόμη και συναρμολογώντας κάποιες δικές μου, μάλλον στοιχειώδεις, μεταφραστικές απόπειρες. Με είχε εντυπωσιάσει το γεγονός ότι το ελληνικό κείμενο διέθετε συχνά ένα επίπεδο μορφικής οργάνωσης (όπως, για παράδειγμα, ομοιοκαταληξίες) που δεν ήταν άμεσα εμφανές στις αγγλικές μεταφράσεις που συμβουλευόμουν. Διέθετα κάποιες γνώσεις αρχαίων ελληνικών και ελληνικής ιστορίας, αλλά ελάχιστες για τη νεοελληνική γλώσσα και τη νεότερη ελληνική ιστορία. Καθώς μάθαινα περισσότερα και κατανοούσα καλύτερα τα συμφραζόμενα –και ιδίως την ιστορική ειρωνεία– ορισμένων από τα ποιήματα του Καβάφη, καθώς και πτυχές της βιογραφίας του, άρχισα να τα εκτιμώ βαθύτερα. Εξακολουθώ, μάλιστα, κατά καιρούς να δοκιμάζω να μεταφράσω κάποιο ποίημα που με γοητεύει, ως μέσο καλύτερης κατανόησής του. Ο Καβάφης δεν πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Αθήνα, ωστόσο θαύμαζε την πόλη και επιθυμούσε βαθιά να αναγνωριστεί από την αθηναϊκή λογοτεχνική σκηνή. Είμαι βέβαιη ότι θα τον διασκέδαζε η ιδέα ενός μνημείου προς τιμήν του εδώ, με τη μορφή του να στέκεται «σε ελαφρήν απόκλιση προς το σύμπαν», όπως το διατύπωσε ο E. M. Φόρστερ. Πολλοί θα θελήσουν να καθίσουν και να «συνομιλήσουν» μαζί του. Μου αρέσει η χωροθέτησή του σε ένα περιβάλλον με ψηλά δέντρα, η ανθρώπινη κλίμακα του γλυπτού και το γεγονός ότι είναι καθιστός· αν και φευγαλέα μου δίνει την εντύπωση ότι θέλει να το βάλει στα πόδια, μακριά από τον κόσμο και τη φασαρία. Παρ’ όλα αυτά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το μνημείο αυτό θα οδηγήσει πολλούς επισκέπτες να αναζητήσουν και να ανακαλύψουν την ιδιοσυγκρασιακή ιδιοφυΐα της ποίησής του.
Μου αρέσει η χωροθέτησή του σε ένα περιβάλλον με ψηλά δέντρα, η ανθρώπινη κλίμακα του γλυπτού και το γεγονός ότι είναι καθιστός· αν και φευγαλέα μου δίνει την εντύπωση ότι θέλει να το βάλει στα πόδια, μακριά από τον κόσμο και τη φασαρία. -Αλίσια Στόλινγκς
«Λεπτότητα που εκπλήσσει»
Μανώλης Σταυρακάκης, αρχιτέκτονας, επ. καθηγητής ΕΜΠ

Επειτα από καιρό, επιστρέφοντας ένα βράδυ στο σπίτι μου, περνώ το φανάρι μπροστά από την Πύλη του Αδριανού και αντικρίζω μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις που έχω βιώσει στην Αθήνα από τότε που επέστρεψα. Μια καβαφική φιγούρα καθιστή –με την πλάτη γυρισμένη– τοποθετημένη πάνω σε ένα λιγνό, οριζόντιο, αιωρούμενο επίπεδο επενδεδυμένο με λευκό μάρμαρο. Η φιγούρα κοιτάει τα δέντρα ή τον κόσμο ή τον πεζόδρομο; Το μάτι περιεργάζεται και τα υπόλοιπα στοιχεία του χώρου. Μια σειρά από εννέα χαμηλούς όγκους περιβάλλουν το οριζόντιο επίπεδο. Δεν έχουν το ίδιο μέγεθος και δεν ακολουθούν την ίδια τεθλασμένη γραμμή. Μοιάζουν σαν να αντικατοπτρίζουν μια σειρά από αστερισμούς οι οποίοι προσγειώθηκαν στο επίπεδο της πόλης, περίτεχνα όμως. Οι όγκοι αυτοί είναι χαμηλοί, καλοσχεδιασμένοι με τριγωνισμένες λειασμένες επιφάνειες ενός χυτού υλικού στο πάνω μέρος τους. Μέσα από την επεξεργασία τους επιτρέπουν στο σώμα να καθίσει πάνω τους με μια άνεση. Σχεδόν το προσκαλούν. Η βάση είναι κατασκευασμένη από εμφανές σκυρόδεμα. Μόνο λάτρεις της λεπτομέρειας θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τόσο κομψό. Η σύνθεση έχει τοποθετηθεί μέσα στην πόλη με τόση λεπτότητα και καλαισθησία που εκπλήσσει. Πόσο μεγάλη ανάγκη την έχει η πόλη μας. Πόσο πολύ μπορεί μια τέτοια διαμόρφωση του χώρου να προσφέρει στην καθημερινή μας ζωή. Το επίπεδο που τοποθετήθηκε λειτουργεί ως μια θεατρική σκηνή άχρονη, όπως και η ποίησή του. Μια σκηνή που αναφέρεται στην πόλη, με μια αυλαία που δεν θα πέσει ποτέ. Μια σκηνή η οποία παρά τη μικρή της απόσταση από το επίπεδο του δρόμου δημιουργεί τον χώρο για να ιδωθεί αυτή η προσωπικότητα και να χαριστεί γενναιόδωρα στους κατοίκους της και στους επισκέπτες της. Είναι η πόλις του ποιητή, η οποία όπου και να πάμε μας ακολουθεί. Και είναι αυτές οι τεθλασμένες γραμμές γύρω από τη σκηνή οι οποίες συνδέουν τον Ιερό Βράχο με τον Ποιητή, και την ίδια στιγμή μέσα από τις συναντήσεις των σωμάτων και των βλεμμάτων μάς επιτρέπουν τη θέαση της Πόλης και Εκείνου.
«Θα άρεσε και στον ίδιο»
Φωτεινή Δημηρούλη, ερευνήτρια(Keble College, Παν/μιο Οξφόρδης)

Η σχέση μου με τον Καβάφη πέρασε από δύο στάδια. Το πιο πρόσφατο είναι η μακρόχρονη ερευνητική μου ενασχόληση με την παγκόσμια φήμη του, που οδήγησε στο βιβλίο μου «C.P. Cavafy in the English and American Literary Scene: Authorizing the Other» (Oxford University Press, 2025). Εκεί τον είδα μέσα από τα μάτια άλλων, του Φόρστερ, του Οντεν, του Ντάρελ, του Μέριλ, οι οποίοι τον διάβασαν με τους δικούς τους τρόπους και τον έκαναν καθρέφτη των δικών τους αναζητήσεων.
Πριν από αυτό, όμως, υπήρχε μια εφηβική εμμονή με τον «Δαρείο». Θυμάμαι να το διαβάζω ξανά και ξανά και να με δυσκολεύει. Μου άρεσε που δεν ήταν αυτό που φαινόταν: στην ουσία δεν αφορούσε τον βασιλιά, αλλά τον ποιητή Φερνάζη, που προσπαθεί να γράψει ενώ γύρω του ξεσπά πόλεμος, αναμετρούμενος με το ζήτημα της τέχνης έναντι της ιστορίας. Τα πιο διδακτικά ποιήματα δεν με τραβούσαν, ήταν και η ηλικία που με έκανε αλλεργική στη νουθεσία.
Υπάρχει μια παράδοση όπου οι χώρες διαλέγουν τους πιο λαμπρούς λογοτεχνικούς τους εκπροσώπους και τους τιμούν με την κατασκευή ενός αγάλματος. Αυτό δεν είναι καινούργιο. Σκεφτείτε τον Πεσόα στη Λισσαβώνα, ή ακόμη καλύτερα τον Τζόις στην Τεργέστη και στο Δουβλίνο. Εχει ενδιαφέρον αυτή η διπλή γεωγραφική τοποθέτηση του Τζόις σε σχέση με τον Καβάφη, που είναι ποιητής Αλεξανδρινός αλλά τον βλέπουμε όλο και περισσότερο στην Αθήνα. Μπορεί να μιλάμε για τον Αλεξανδρινό Καβάφη, γνωρίζουμε όμως ότι η ποιητική κατάκτηση του ελλαδικού χώρου, με κέντρο την πρωτεύουσα, υπήρξε επιδίωξή του. Αυτή η σχέση έχει κατασκευαστεί εκ νέου τα τελευταία χρόνια, που ο Καβάφης εγκαθιδρύεται στον αθηναϊκό χώρο. Είναι όμως και κάτι άλλο. Γύρω από τη μορφή και τη ζωή του Καβάφη υπήρχε πάντα ένα μυστήριο, μια υφέρπουσα αβεβαιότητα. Αυτό σιγά σιγά φαίνεται να αλλάζει. Με τα social media, τα αγάλματα, τις βιογραφίες, ο Καβάφης γίνεται δημοφιλής, γίνεται «σελέμπριτι». Χάνεται λίγο από αυτό το μυστήριο του ποιητή για τον οποίο δεν ξέρουμε πολλά, που ήταν μοναχικός και κρυψίνους και μας έλεγε να μην αναλωνόμαστε σε τέτοια πράγματα, στη θορυβώδη «συνάφεια του κόσμου». Και όμως, πιστεύω ότι θα του άρεσε το γλυπτό. Θα ικανοποιούσε τη φιλαρέσκειά του. Ενας ποιητής που έγραψε τόσο για την υστεροφημία, που συγκροτούσε με τόση φροντίδα τη δική του εικόνα και την πρόσληψη του έργου του, νομίζω ότι τελικά θα χαιρόταν που ποζάρει μες στη συνάφεια του κόσμου ως ένα ακόμη ομοίωμα του εαυτού του.
Ενας ποιητής που έγραψε τόσο για την υστεροφημία, που συγκροτούσε με τόση φροντίδα τη δική του εικόνα και την πρόσληψη του έργου του, νομίζω ότι τελικά θα χαιρόταν που ποζάρει μες στη συνάφεια του κόσμου ως ένα ακόμη ομοίωμα του εαυτού του. -Φωτεινή Δημηρούλη
«Πιο ταιριαστό ένα πιο απόμερο σημείο»
Δημήτρης Καταλειφός, ηθοποιός και σκηνοθέτης

Δεν υπήρξα ποτέ φίλος των αγαλμάτων ή των προτομών, αλλά οφείλω να παραδεχθώ ότι το συγκεκριμένο γλυπτό αποπνέει ζεστασιά· ίσως το γεγονός ότι υπάρχει η δυνατότητα να καθίσεις δίπλα στη μορφή του ποιητή να καλλιεργεί μια συνθήκη οικειότητας. Η δική μου σχέση με τον Καβάφη αρχίζει πολύ πριν από την ταινία, στα χρόνια της εφηβείας. Και αμέσως γίνεται ο αγαπημένος μου ποιητής. Είναι ένας ποιητής που έχει μια απίστευτη μουσικότητα στους στίχους του με αυτά τα πολύ ιδιαίτερα ελληνικά που γράφει, δημιουργεί μοναδικές εικόνες και κυρίως αφηγείται ολοκληρωμένες ιστορίες. Με αφορμή τον ρόλο μού δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω την κλασική βιογραφία του Ρόμπερτ Λίντελ αλλά, κυρίως, να επισκεφθώ την Αλεξάνδρεια· να βρεθώ στα διάσημα καφενεία που σύχναζε, να δω το σπίτι του, μια βαθιά εμπειρία που συμπλήρωσε το δικό μου ταξίδι στον κόσμο ενός τόσο αγαπημένου μου ποιητή. Είναι ένα σημείο αναφοράς για μένα ο Καβάφης και θα είναι όσο ζω κι έχω τα μυαλά μου. Αλλά ενώ καθόμαστε εδώ και παρακολουθούμε όλους αυτούς τους ανθρώπους που τον πιάνουν και τον πασπατεύουν, έχω την αίσθηση ότι ο ίδιος ο Καβάφης με κάποιο μεταφυσικό τρόπο μάλλον ενοχλείται. Και νομίζω φταίει η θέση του εδώ, σε ένα πέρασμα με τόσο πολύ κόσμο και τουρίστες. Θα του ήταν πιο ταιριαστός ένας πιο απόμερος και ήσυχος δρόμος, ένα μέρος που δεν θα έπεφτες πάνω του, αλλά κάπου που θα τον αναζητούσες εσύ· τον φαντάζομαι σε ένα στενό κοντά στην Ομόνοια. Γιατί ο Καβάφης, αν και εστέτ, κατάφερε με την ποίησή του να γίνει λαϊκός ποιητής, κτήμα των πολλών, όχι των λίγων.
«Δεν περίμενα τόσο θερμή υποδοχή»
Πραξιτέλης Τζανουλίνος, γλύπτης

Εχω κάνει τόσα έργα στη ζωή μου, έφτασα 70 ετών αλλά τέτοια υποδοχή σε γλυπτό μου πραγματικά δεν μπορούσα να τη φανταστώ. Θα το πω λίγο μεταφυσικά, αλλά νομίζω ο Καβάφης μάς πήρε στην πλάτη του. Φυσικά όλα έχουν παίξει ρόλο. Η πρόσκληση του Ιδρύματος Ωνάση σε μένα αλλά και σε άλλους συναδέλφους, οι προδιαγραφές, τα διαφορετικά στάδια. Γιατί δεν ήταν μια απλή ιστορία όλο αυτό· θα έλεγα ότι είναι ένα από τα πιο απαιτητικά έργα της δημιουργικής μου ζωής. Ο άτυπος αυτός διαγωνισμός ξεκίνησε με ένα μικρό πρόπλασμα που σεβόταν τους βασικούς τρεις όρους: να είναι ένα γλυπτό που θα μπορούσε να καθίσει κανείς δίπλα του, ο ποιητής να εμφανίζεται στη μέση ηλικία και οπωσδήποτε να φοράει τα γυαλιά του. Σκέφτηκα λοιπόν να κάνω αυτό το ανάκλιντρο στο οποίο ο Καβάφης συνήθιζε να υποδέχεται κόσμο στο σπίτι του. Βοήθησε και μία φωτογραφία του Αρχείου Καβάφη που τον απεικονίζει καθιστό σε ανάκλιντρο στο διαμέρισμά του στην Αλεξάνδρεια, γύρω στο 1930, και προσέδωσε αυτή την ελαφρά κίνηση του σώματος προς τα εμπρός. Εκανα πρόβα με μοντέλο και με πραγματικά ρούχα της εποχής από βεστιάριο. Αλλά το βασικό στη δουλειά μας είναι όλα αυτά –το οπτικό υλικό, οι περιγραφές, τα σχέδια– να μετουσιωθούν σε γλυπτική. Ο δάσκαλός μου, ο Γιάννης Παππάς, μας έλεγε «δεν είστε ούτε υποδηματοποιοί ούτε ράφτες, είστε γλύπτες». Ακόμα κι ένα σακάκι πρέπει να γίνει γλυπτική. Αφού πήρα, λοιπόν, την έγκριση της επιτροπής, προχώρησα στο επόμενο βήμα, από τα σχέδια, τις μακέτες και το πρόπλασμα, στη δημιουργία του γλυπτού. Κι όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής, «από τη φαντασία στο χαρτί είναι μεγάλο πέρασμα». Και στη γλυπτική αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο. Προσέξτε τις υφές που για μένα δίνουν πνοή σε ένα έργο· γιατί αν δεν δώσεις ζωή σε αυτές τις μορφές δεν έχεις πετύχει τίποτα. Και την ίδια στιγμή: πόση ζωή πρέπει να δώσεις σε ένα γλυπτό, πού σταματάς; Νομίζω στον Καβάφη πετύχαμε μια καλή ισορροπία και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτό.

