Αν είχατε την ευκαιρία να μιλούσατε με τον Στέλιο Καζαντζίδη, την Καίτη Γκρέυ, τον Θόδωρο Δερβενιώτη, τον Τόλη Βοσκόπουλο, τον Νίκο Παπάζογλου και άλλους αξέχαστους και μοναδικούς για τον Βαγγέλη Περπινιάδη, θα εντυπωσιαζόσασταν από τα τιμητικά τους λόγια για εκείνον.
Ο Περπινιάδης υπήρξε ερμηνευτής υψηλών απαιτήσεων με πλατιά γκάμα, ίσως την πιο ευρεία συγκριτικά με τους υπόλοιπους συνοδοιπόρους του. Με τη μουσική να ρέει στις φλέβες του, γιος του τρανού Στελλάκη Περπινιάδη, και το πέρασμά του απ’ το ψαλτήρι, μπορούσε χάρη στις ικανότητές του να αποδίδει με αξιώσεις, λαϊκά, δημοτικά, έντεχνα, μανέδες έως και ελαφρά. Παράλληλα ήταν και μάστορας μπουζουξής με μεγάλη συμμετοχή στις ηχογραφήσεις. Δικό του είναι το διάσημο οργανικό τσιφτετέλι «Ο Βαγγέλης έχει κέφια», ενώ συνέθεσε και διασκεύασε και τραγούδια που αγαπήθηκαν.
Είχα την ευλογία να γνωριστώ μαζί του, να συνδεθούμε με δεσμούς φιλίας και εκτίμησης και να υπογράψω τη βιογραφία του.1
Απ’ τα μισά της δεκαετίας του ’50 όταν και έκανε το ντεμπούτο του στις φωνοληψίες, μέχρι και μισά αυτής του ’70 ο Περπινιάδης ηχογραφούσε κατ’ αποκλειστικότητα στις Odeon / Parlophone (μετέπειτα Minos) της οικογένειας Μάτσα. Μάλιστα δέθηκε με κουμπαριές με τον νεότερο ηγέτη της εταιρείας Μάκη Μάτσα.
Ο Περπινιάδης, με συμπαραστάτη τον Σπύρο Ζαγοραίο, πάλευε για πολλά χρόνια απέναντι στα θηρία της Columbia, δηλαδή τους Καζαντζίδη, Αγγελόπουλο, Μπιθικώτση, Γκρέυ, Λύδια, Πόλυ Πάνου και τον Γαβαλά που μεταγράφηκε εκεί αλλά και τον Διονυσίου που ξεκινούσε τη δική του… ανηφόρα. Κι όχι μόνο τους «κοντράριζε» στα ίσα βγαίνοντας παλικάρι αλλά συχνά έκανε και τη διαφορά.
Πριν από λίγα χρόνια συνομιλώντας με τον Μάκη Μάτσα μου είχε πει: «Μεγάλος τραγουδιστής. Μην κοιτάς που σήμερα οι νέοι δεν το ξέρουν. Αν δεν ήταν αυτός η Minos δεν θα είχε σταθεί σαν εταιρεία. Ο Περπινιάδης με τις επιτυχίες του στήριξε την Odeon / Parlophone στα πρώτα χρόνια του ’60 και καταφέραμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες και να έχουμε τη μετέπειτα διαδρομή που όλοι γνωρίζουμε».
Και συνεχίζει ο Μάκης Μάτσας μέσα από την αυτοβιογραφία του:
«Του είμαι πραγματικά ευγνώμων. Με τη σημερινή μου πείρα Θα έλεγα μάλιστα ότι ο Βαγγέλης υπήρξε από τους σπουδαιότερους τραγουδιστές της εποχής, αλλά δυστυχώς δεν συμπεριλήφθηκε στο πάνθεον των μεγάλων, όπως πραγματικά του άξιζε. Ισως γιατί ήταν ασυνήθιστα σεμνός και δεν διεκδικούσε τα φώτα και τους προβολείς της τότε φτωχής δημοσιότητας… Φτάνουμε στα 1962 και στο τραγούδι που χάρισε στη Minos την πρώτη μεγάλη επιτυχία της. Εκείνη την εποχή η Columbia κυκλοφόρησε το τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα, “Ανεβαίνω σκαλοπάτια”, με τραγουδιστή τον Αντώνη Ρεπάνη. Αμέσως έκανε αίσθηση στη δισκογραφική αγορά και φαινόταν ότι θα γίνει πολύ μεγάλη επιτυχία. Σκαρφίστηκα κάτι που και σήμερα μου φαίνεται παράδοξο για το ξεκίνημά μου.
Αποφάσισα το συγκεκριμένο τραγούδι να το ηχογραφήσω σε δεύτερη εκτέλεση με τον Βαγγέλη Περπινιάδη. Πράγματι, ηχογράφησα το τραγούδι, βγάλαμε τον δίσκο και το θαύμα έγινε. Σε λίγες μέρες τα σκαλοπάτια τα ανέβαινε πλέον ο Περπινιάδης, πέντε πέντε. Σε ένα μήνα βούιζαν όλα τα τζουκ μποξ απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλη την Ελλάδα, καθώς και το ραδιόφωνο της ΥΕΝΕΔ, ενώ τα δισκάδικα δεν σταματούσαν να πουλάνε τη δική μας ηχογράφηση. Η εκτέλεση της Columbia είχε εξαφανιστεί… Μόλις είχα σπάσει το ρόδι. Εγινε το πρώτο δυναμικό ξεκίνημα και οι επιτυχίες άρχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη». 2
Ο Βαγγέλης Περπινιάδης, εκτός των όσων είχαν προηγηθεί, συνέχισε να ηχογραφεί για την Odeon / Parlophone δυναμικές στιγμές, είτε σε πρώτη είτε δε δεύτερη εκτέλεση, όπως: «Δεν είμαι βράχος ούτε βουνό», «Με πικραμένη την καρδιά», «Κάποια μάνα αναστενάζει», «Φταίω φταίω», «Ούτε τα λεφτά σου ούτε τα καλά σου», «Ολυμπιακός», «Δεν έχω παλάτια και λεφτά (Θέλεις να πεθάνω)», «Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο σερέτης», «Γιατί φεύγεις και μ’ αφήνεις», Να ’μουνα το σεντονάκι, «Πού να χωρέσει τ’ όνειρο» κ.ά.
Οταν ολοκληρώθηκε η σχέση του με τη Minos κατέληξε στην Panivar – μικρή συγκριτικά εταιρεία του Παύλου Βαρδουλάκη από τις λεγόμενες της Ομόνοιας – όπου έκανε σημαντική «κατάσταση» με καινούργιο υλικό αλλά και επανηχογραφήσεις του παλαιότερου ρεπερτορίου του.
Ευρισκόμενος κοντά του, για τις ανάγκες της βιογραφίας του, αρκετές φορές τον είδα να αρνείται δελεαστικές προτάσεις, πρώτης γραμμής και προβολής, για μαγαζιά και δίσκους. Θεωρούσε πως αν δεχόταν θα έχανε την αυθεντικότητά του και θα πρόδιδε το παρελθόν του και τη σχέση του με τον λαϊκό κόσμο που τον ανέδειξε.
Πηγές:
1. Κώστας Μπαλαχούτης: «Βαγγέλης Περπινιάδης – Πριν το τέλος» (εκδόσεις Προσκήνιο – Αγγελος Σιδεράτος, 2000).
2. «Μάκης Μάτσας – Πίσω απ’ τη μαρκίζα» (Διόπτρα, 2014).

