Πρόλαβα τον Στράτο στο… «Στράτος» της οδού Φιλελλήνων. Ενα κέντρο οχυρό του λαϊκού τραγουδιού σε άπονους καιρούς. Εκεί είχε επιλέξει να κάνει ο Διονυσίου την τελετουργία του.
Μικρό σχετικά στέκι, μερακλίδικο, όπου συχνά γινόντουσαν μεγάλες καταστάσεις. Στο μπαρ καθόμουν τις περισσότερες φορές, δεν υπήρχαν και αβέρτα χρήματα για παραπάνω. Κάνα δυο βραδιές ανταλλάξαμε και δυο κουβέντες. Επικαλέστηκα τη γνωριμία μου με τον Τάκη Σούκα, στενό συνεργάτη του Στράτου.
Ο Διονυσίου φαινόταν κάπως ραγισμένος, αλλά παρέμενε αγέρωχος και μελιστάλαχτα εντυπωσιακός. Κι όταν έπιανε τα παλιά τραγούδια, κατέβαιναν και τον συντρόφευαν οι άγγελοι.
Σκαρί μπροστάρικο, δοξασμένο αλλά και καραβοτσακισμένο, που όμως δεν σταμάταγε στιγμή τη ρότα του.
Ενδεικτικό το απόσπασμα που ακολουθεί, διανθισμένο με επιλεγμένες μαρτυρίες, μέσα από τη βιογραφίας του, «Στράτος Διονυσίου: Βάρδος Λαϊκός και Σαλονικιός» (εκδόσεις Μένανδρος), που υπέγραψα ως συγγραφέας, με την έγκριση και την αρωγή της οικογένειάς του:
Τέσσερις εβδομάδες στο Γεντί Kουλέ, ενάμιση μήνα στην Κέρκυρα και Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας, αυτό είναι το σεργιάνι του Στράτου Διονυσίου στα σωφρονιστικά ιδρύματα του τόπου. Η κατάληξη είναι σαφώς ευνοϊκότερη από πολλές απόψεις. Δεν είναι τυχαίο πως εκεί θα ηχογραφηθεί κι ένας ολόκληρος δίσκος, γεγονός πρωτόγνωρο στα χρονικά της ελληνικής αλλά και παγκόσμιας δισκογραφίας. Δεν είναι μια εμφάνιση στη φυλακή, είναι η εγγραφή ενός φυλακισμένου… και μάλιστα με τη συμμετοχή κορυφαίων συντελεστών.

Ο ηχολήπτης Τάκης Φιλιππίδης περιγράφει τα καθέκαστα σε συνέντευξή του στον Θάνο Κουτσανδρέα στο περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι:
«Ο Διονυσίου ήταν άλλη πάστα άνθρωπος. Ηταν μαγκάκι, δεν σήκωνε πολλά – πολλά. Αλλά φωνάρα ο άνθρωπος. Και όλα τα έγραφε με τη μία. Σκέψου ότι όση ώρα περίμενε στο στούντιο για να μπει να γράψει το δικό του τραγούδι, μάθαινε αυτό που κάνανε πρόβα στο διπλανό. Ετσι και του λέγανε “έλα πες το” ήταν ικανός να το γράψει κι αυτό με την πρώτη. Την περίοδο που ήταν στη φυλακή (το 1975 νομίζω) για τη γνωστή υπόθεση, η εταιρία για να τον υποστηρίξει αποφάσισε να του βγάλει ένα μεγάλο δίσκο. Τα τραγούδια τα έγραψε ο Μ. Πλέσσας με στίχους του Κ. Ρουβέλα. Η Columbia μάς έδωσε ένα κινητό στούντιο και πήγαμε όλοι μαζί στις φυλακές της Τίρυνθας για την ηχογράφηση. Εκεί να δεις ιστορίες. Κάτσαμε και διαμορφώσαμε την αίθουσα της μουσικής των φυλακών σε στούντιο. Τη γεμίσαμε με στρώματα και έτσι κάναμε την ηχογράφηση. Ο Διονυσίου, φυσικά, τα είπε όλα με τη μία, κι έτσι, ούτε μια μέρα παραπάνω δεν καταφέραμε να καθίσουμε. Ο δίσκος κυκλοφόρησε με τον τίτλο Πάλι Mαζί Mας».
Ο αλησμόνητος Δημήτρης Φεργάδης, κομβικό στέλεχος της δισκογραφικής εταιρείας Columbia, φωτίζει αριστοτεχνικά το περίγραμμα της ιστορικής αυτής ηχογράφησης, με σημείωμά του που φέρει τον τίτλο «Επιχείρηση …. Τίρυνθα – Κωδικός Στράτος»:
Απρίλιος 1975. Θεσσαλονίκη. Δικαστήριο. Τρία χρόνια, στις αγροτικές φυλακές Τίρυνθας. Η ποινή. Από Μάη 1975. Εμεινε στο… Σωφρονιστικό κατάστημα Τ…. μέχρι τον Απρίλιο του 1976.
Ο σπουδαίος, ανήσυχος και δαιμόνιος παραγωγός Γιώργος Μακράκης, «αφεντικό» στην παραγωγή πια, μετά την περιθωριοποίηση του Διονύση Μηλιόπουλου, γυιού του μεγάλου Νίκανδρου, δεν θα αφήσει ανεκμετάλλευτο τον χρόνο του Στράτου στην Τύρινθα. Οργανώνει -πιτσούλα σ’ αυτά ο Γιώργος και … πρωτοποριακός σε ιδέες- μαεστρικά την ηχογράφηση τραγουδιών – πού παρακαλώ;- στις φυλακές της Τίρυνθας.
Χειμώνας… αρχές άνοιξης 1976. Συνθέτης των τραγουδιών ο Μίμης Πλέσσας. («Βρέχει φωτιά στην στράτα μου…» δεν παίζουμε). Κι αυτός στο δρόμο … για την Τίρυνθα. Ο καλός ηχολήπτης της Columbia, ο φίλος Τάκης Φιλιππίδης με τους τεχνίτες της κινητής μονάδας ηχογράφησης μετατρέπουν, σε χρόνο ντε τε, θάλαμο της φυλακής (με παπλώματα, κουβέρτες, σεντόνια και πετάσματα) σε αίθουσα ηχοληψίας … επιπέδου … Abbey Road.

Ο Γιώργος Μακράκης -μαμούνι που τα «πάνθ’ορά»- ρυθμίζει και την τελευταία λεπτομέρεια. Ο Στράτος στα καλύτερά του. Οι φυλακές Τίρυνθας στα καλύτερά τους. Ζουν πρωτόγνωρες καταστάσεις. Μέσα σε μια μέρα –συνήθειο παλιό του Στράτου– ολοκληρώνεται η ηχογράφηση του δίσκου με τίτλο «Πάλι μαζί μας».
«Βασιλιάς», όπως μου επανέλαβε ο Τάκης Φιλιππίδης, ο Στράτος στην Τίρυνθα. «Ορος αλατόμητον», γράφω εγώ. Εχαιρε σεβασμού και εκτίμησης. Από όλους. Τους περίεργους, τους περιθωριακούς. Και τους άλλους τους πιο….
«Μόλις τελειώσουμε θα πάμε, εδώ κοντά, να τσιμπήσουμε, κάτι. Κερνάω…» λέει, ο Τάκης πως πρότεινε, με άνεση οικοδεσπότη, ο Στράτος. Κι ο Διοικητής παρέα. Μαζί και τρεις, τέσσερις … από τους «άλλους» κατοίκους Τίρυνθας… Τέτοια η ατμόσφαιρα… τέτοια η συμπεριφορά. Ανθρώπινα, λέει, πράματα. Ασφαλώς… ασφαλέστατα. Οταν, μάλιστα, έχεις… «τον τρόπο» να το μπορείς, ακόμα και εκεί … Ετσι φαίνεται είναι αυτά. Διαχρονικώς. Και η Κορώνη με τους «θείους» πάντα στη θέση της. Ο δίσκος «Πάλι μαζί μας» κυκλοφόρησε στην αγορά στα μέσα του 1976. Δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία. Κάτι που δεν είχε –ας το δεχθούμε– τόση σημασία. Εκείνο, όμως, που όλοι κρατάνε με νοσταλγία στη μνήμη τους από τους μετέχοντες στην περίεργη αυτή «επιχείρηση Τίρυνθας» με τον κωδικό «Στράτος», είναι η περιπέτεια και η όλη ατμόσφαιρα από την υλοποίηση μιας άκρως τολμηρής και πρωτότυπης ιδέας του Γιώργου Μακράκη και την επιθυμία του Στράτου να μπει πάλι δυναμικά στο παιχνίδι. Στο παιχνίδι που κάποιοι, το γνωστό άγνωστο πουριτανικό αλλά και ανταγωνιστικό κατεστημένο, επεδίωκαν την με κάθε τρόπο περιθωριοποίηση και απαξίωσή του. Ομως, ο Στράτος δεν καταλάβαινε από αυτά. Και φάνηκε από την πορεία στη συνέχεια. Ιστορία ζόρικια… αλλά ιστορία.

Ο Αγγελος Διονυσίου θυμάται:
«Στην Τίρυνθα ο Στράτος δεν έχασε την αρχοντική του συμπεριφορά. Συχνά μας μιλούσε για φύλακες και συγκρατούμενούς του, μας γνώριζε σε αυτούς. Τον αντιμετώπιζαν σαν κάτι ξεχωριστό. Ηταν και αγαπητός σαν άνθρωπος. Μετρημένος αλλά φιλικός χαρακτήρας. Με τα αστεία του, τα ανέκδοτά του. Αυτό δε σημαίνει πως δεν ένιωθε πληγωμένος. Τον έχω αντικρίσει δακρυσμένο. Ημουν παρών στην ηχογράφηση αυτού του δίσκου. Θυμάμαι τα στρώματα στους τοίχους, την αγωνία των τεχνικών, τον μαέστρο… και τον Στράτο που μπροστά στο μικρόφωνο δεν καταλάβαινε τίποτα».

Οι στίχοι στον δίσκο ήταν του Κώστα Ρουβέλα. Στο εξώφυλλο ο Στράτος είναι «διαφορετικός» απ’ ό,τι πριν και μετά. Φιγουράρει με ζιβάγκο –που τότε βέβαια ήταν και της μόδας, απ’ τη Βουλή μέχρι και τη συνοικία- και δεν είναι φρεσκοξυρισμένος. Στο οπισθόφυλλο υπάρχουν αμπάρες και μια μικρή λαμπερή αλλά παλαιά φωτογραφία του. Αυτή τη φορά, ο μακετίστας και μετρ του είδους, Δημήτρης Αρβανίτης, θα προσαρμόσει την έμπνευσή του στα νέα δεδομένα…

