Την περίοδο 1955-1961 βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.
Εκείνο το διάστημα η Μαριάννα Χατζοπούλου αποτελούσε το πρώτο γυναικείο όνομα της Odeon.
Ανιση η μάχη με την Columbia, όμως η ναξιώτικης καταγωγής τραγουδίστρια είχε δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα στην τρανή εταιρεία.
Το γεγονός της περιορισμένης όρασής της ενίσχυε τη δημοτικότητά της, ενώ και ο τρόπος ερμηνείας της ήταν πράγματι μοναδικός, «αυτό το κάτι άλλο», όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Η Μαριάννα Χατζοπούλου εμφανιζόταν στα καλύτερα κέντρα ενώ σημείωνε και απανωτές επιτυχίες: Ζαφείρα, Φούστα κλαρωτή, Τα φύλλα κιτρινίσανε, Αλλος σ’ αγάπησε κι άλλος σε παίρνει, Η μάνα μου με δέρνει, Κάνε κότσο τα μαλλιά σου, Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα, Ρίκο Ρίκο Ρίκοκο, Το νυφικό σου φόρεμα, Τι να το κάνω πως είσαι ωραίος και όχι μόνο.
Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία της σπουδαίας Γιώτας Λύδια, μέσα από τη βιογραφία της 1, με αφορμή το τελευταίο τραγούδι που είχε κυκλοφορήσει το 1957:
«Στην Κολούμπια γινόντουσαν ακροάσεις αναζητώντας νέους τραγουδιστές. Στον Νίκανδρο Μηλιόπουλο, που ήταν μετά τον Τάκη Λαμπρόπουλο ο απόλυτος άρχοντας όσον αφορά το ρεπερτόριο και τους καλλιτέχνες, άρεσαν οι γεμάτες φωνές, με όγκο, με γυρίσματα. Μια μέρα, φέραν τη Χατζοπούλου. Πώς του χτύπησε, πώς την άκουσε, του φάνηκε λίγη. Δεν την κράτησε. Και πάει στην Οντεόν και κάνει το μπαμ με το “Ζαφείρα”. Τρελαθήκανε στην Κολούμπια.
Ο Μηλιόπουλος κλονίστηκε. Ελα όμως που η Μαριάννα Χατζοπούλου έκανε το ένα σουξέ μετά το άλλο στην εταιρεία του Μάτσα. Χαμός γινότανε μαζί της. Ο Μηλιόπουλος κάλεσε όλους τους συνθέτες της Κολούμπια, ανάμεσά τους και τον Δερβενιώτη που μου διηγήθηκε κι αυτός αργότερα το περιστατικό, και τους ζήτησε να του βρουν μια τραγουδίστρια πάνω στη φωνή της Χατζοπούλου. Αυτό δεν ήταν εύκολο γιατί η Χατζοπούλου που ήταν καλή τραγουδίστρια αλλά όχι η φωνάρα, είχε ένα δικό της είδος στην ερμηνεία. Του Δερβενιώτη πήρε στροφές το μυαλό του και τους λέει: “Τη βρήκα”. “Τι βρήκες;” του λέει με ύφος αυστηρό, όπως μίλαγε πάντα ο Μηλιόπουλος. “Και ποια είναι;” συνέχισε να ρωτά ο Μηλιόπουλος. “Η Γιώτα Λύδια”. “Τι!!!!!!!”, πετάχτηκε από την καρέκλα του ο Μηλιόπουλος εκνευρισμένος και άρχισε να τα ψέλνει του Δερβενιώτη. “Θα μου χαλάσεις εμένα αυτή τη φωνή να πει τραγούδια στο ύφος της Χατζοπούλου”. Ο Δερβενιώτης επέμενε με σιγουριά: “Αν δεν τραγουδήσει η Γιώτα σαν τη Χατζοπούλου και δεν κάνει επιτυχία, εγώ αύριο κιόλας φεύγω από την εταιρεία”. Τους παρατάει σύξυλους στην Κολούμπια και έρχεται στο σπίτι μου. . “Γιωτάκι”, τον ακούω να φωνάζει έξω από την πόρτα. “Καλώς τον” του λέω. Κρατούσε στα χέρια του έναν δίσκο. “Βάλε τον δίσκο στο πικάπ”. Ακούσαμε τη Χατζοπούλου.
Με το που τελειώνει ο δίσκος ακούω έκπληκτη τον Δερβενιώτη: “Αύριο πρωί θα έρθεις να πεις αυτό το τραγούδι στην Κολούμπια”. “Είσαι καλά χριστιανέ μου, τι δουλειά έχω εγώ με αυτό το τραγούδι;” του απάντησα. Αυτός εκεί τον χαβά του: “Ακουσέ το καλά. Αύριο το τραγούδι θα το περάσεις, έχουμε ορίσει φωνοληψία”. “Αδύνατον” συνέχισα εγώ. Τα δικά του αυτός. Δεν ήταν εύκολο να μιμηθείς και να ερμηνεύσεις ταυτόχρονα τραγούδια της Χατζοπούλου. Δεν ήταν φωνή σαν της Πόλυς Πάνου, σαν της Καίτης Γκρέυ που μπορούσα να πάω σχετικά εύκολα προς αυτές. Είχε μια βελούδινη ερμηνεία η Χατζοπούλου, μια ευαισθησία, με λεπτή χροιά. Πώς να το πω, μπορεί να μην είχε “τη φωνή”, ήταν όμως αισθαντική, σε άγγιζε. Μου φάνηκε βουνό η όλη προσπάθεια. Ηξερα όμως την ιστορία με τον Μηλιόπουλο και ήθελα να τον βοηθήσω να ξεπεράσει το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί. Ψόφησα αλλά την άλλη μέρα τραγούδησα το “Τι να το κάνω πως είσ’ ωραίος” κι έγινε μεγάλο σουξέ. Βέβαια της Χατζοπούλου τής έκανα μεγάλη ζημιά. Δεν είχε περάσει μια βδομάδα από τη δικιά της πρώτη εκτέλεση στην Οντεόν και το τραγούδι βγήκε από μένα στην Κολούμπια και σάρωσε. Δεν πρόλαβε καλά καλά να γευτεί την επιτυχία της και την πήρα μέσα από τα χέρια. Για να βγει γρήγορα το “Τι να το κάνω πως είσ’ ωραίος” στο εργοστάσιο της Κολούμπια δούλευαν ακόμη και τις νύχτες. Το ξέρω καλά γιατί ο αδελφός μου εργαζόταν εκεί. Η Κολούμπια μάλιστα διαφήμισε πολύ τη δική μου ερμηνεία.
Μου είπαν ότι η Χατζοπούλου, που τότε τραγουδούσε στην “Τριάνα”, το μαγαζί του Χειλά, πήγε εκεί το βράδυ με κλάματα. Στεναχωρήθηκα πολύ όταν το έμαθα. Τώρα γιατί χάλασε ο κόσμος με τη δική μου εκτέλεση; Νομίζω γιατί ενώ μιμήθηκα τη Χατζοπούλου πρόσθεσα και δικά μου πράγματα στο τραγούδι. Η δική μου εκδοχή έπιανε και το ελαφρό αλλά και το λαϊκό στοιχείο. Ο Μηλιόπουλος για να μ’ ευχαριστήσει μας έκανε το τραπέζι στο εξοχικό του στον Ωρωπό. Ο γιος του καθόταν δίπλα του. Κάποια στιγμή με κοιτάει και γυρνάει και λέει: “Πρώτα είχα ένα γιο, τώρα έχω και μια κόρη” και βουρκώσαν τα μάτια του».
Πηγές:
1. Κώστας Μπαλαχούτης: «Γιώτα Λύδια – Η Πιο Μεγάλη Ωρα» (Ελληνικά Γράμματα)

