Στα 250 χρόνια της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας ήταν αφιερωμένο το δεύτερο μισό της συναυλίας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις 17 Απριλίου. Στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» και υπό τη μουσική διεύθυνση του Πορτογάλου Ντίνις Σόουζα ακούστηκαν τα έργα «Νόξβιλ: Καλοκαίρι του 1915» του Σάμιουελ Μπάρμπερ και «Aνοιξη στα Απαλάχια» του Aαρον Κόπλαντ.
Το πρώτο μισό της βραδιάς ήταν μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Ξεκίνησε με το έργο «Νόστος ΙΙΙ» για ορχήστρα, που ο Χρήστος Σαμαράς συνέθεσε το 2025 ύστερα από παραγγελία της Κρατικής και συνεχίστηκε με το πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν. Στο έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας, αναφερόμενος στο έργο του ο Σαμαράς μιλάει για «σπονδυλωτά μοντέλα εντάσεων με επίκληση στο συναίσθημα», όπως και για «κολάζ στοιχείων της λαϊκής και παραδοσιακής μουσικής μας». Και οι δύο ιδέες αποτυπώθηκαν στη μουσική, αφενός μέσα από λυρικές μελωδίες που απηχούσαν βασικά χαρακτηριστικά λαϊκών ή παραδοσιακών τραγουδιών και αφετέρου μέσα από μια ενορχήστρωση η οποία αντιπαρέθετε το χαμηλόφωνο με το πολύ έντονο.
Ακολούθησε η έξοχη ερμηνεία του Μάνου Κιτσικόπουλου στο πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν, έργο που λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε ακουστεί στην ίδια αίθουσα από τον Κίριλ Γκέρσταϊν και την Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης. Eχοντας ακόμη στον νου την πρόσφατη ερμηνεία του Κιτσικόπουλου στη Σονάτα «Υπό το σεληνόφως» στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», μοιάζει να συναντά κανείς στις ερμηνείες αυτού του πιανίστα μια ευαισθησία και αξίες συνήθεις σε παλαιότερες εποχές, ταυτόχρονα με ευφυείς αναζητήσεις, που μαρτυρούν γνώση του σύγχρονου προβληματισμού γύρω από την ερμηνεία ιστορικών έργων. Καθοριστικοί παράγοντες στις αναγνώσεις του είναι η μουσικότητα και το γούστο, στοιχεία έμφυτα όσο και καλλιεργημένα. Αυτά οδηγούν στον ελάχιστα μεγαλύτερο τονισμό μιας νότας, ώστε να δοθεί κίνηση και πλαστικότητα στη μελωδική γραμμή, στη σημειακή ανάδειξη όσων παίζει το αριστερό χέρι με αποτέλεσμα να δίνεται ένταση, που με τη σειρά της δίνει ξεχωριστό ενδιαφέρον σε μία φράση ή στην ελάχιστη επιβράδυνση κάποιων φθόγγων, ώστε η συνέχεια να ακούγεται ακόμη πιο ορμητική. Επιλογές που δεν έχουν στόχο τον εντυπωσιασμό, ούτε επιβάλλονται αυτάρεσκα στη μουσική, αλλά αντιθέτως πηγάζουν από αυτήν και αποσαφηνίζουν τη δραματουργία της. Oλα τα προαναφερθέντα, μαζί με τη δεξιοτεχνία του πιανίστα, κατέστησαν συναρπαστική την ακρόαση του πρώτου και του τρίτου μέρους του Κοντσέρτου. Ακόμη πιο σημαντικό, επειδή συμβαίνει πολύ σπανιότερα, ήταν ότι έδωσαν στο τρυφερό δεύτερο μέρος μια ερμηνεία ποιητική, ιδιαίτερα εκφραστική και ξεχωριστής ευγένειας.
Ηρεμία και απλότητα
Δεύτερη σολίστ της βραδιάς ήταν η υψίφωνος Ελένη Καλένος, η οποία ερμήνευσε τη σύνθεση «Νόξβιλ: Καλοκαίρι του 1915». Eργο του 1947, γράφηκε έπειτα από παραγγελία της Αμερικανίδας υψιφώνου Eλινορ Στίμπερ η οποία, παρεμπιπτόντως, συμμετείχε το 1955 στο πρώτο Φεστιβάλ Αθηνών ως Iλια σε παραγωγή του μοτσάρτειου «Ιδομενέα». Η Καλένος διέθετε την απαραίτητη φωνητική έκταση και ισχύ, ωστόσο στην ψηλή περιοχή το ηχόχρωμά της αποκτούσε οξύτητα, που ερχόταν σε αντίθεση με τον πλούτο της ενορχήστρωσης του Μπάρμπερ. Απ’ την πλευρά του, ο Σόουζα άφησε την πολυτελή ενορχήστρωση να εκφράσει τα νοσταλγικά συναισθήματα που αφηγείται το κείμενο.
Στη συνέχεια, δίνοντας επαρκή άνεση χρόνου στη μουσική, διηύθυνε την «Aνοιξη στα Απαλάχια», μπαλέτο που συνέθεσε ο Κόπλαντ για τη Μάρθα Γκράχαμ. Αυτή η απουσία βιασύνης είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την ανάδειξη της απλότητας, της ηρεμίας και της αισιοδοξίας της μουσικής. Στην απόδοση του λυρισμού συνέβαλαν με αποφασιστικό τρόπο τα πάντοτε εξαιρετικά ξύλινα πνευστά της Κρατικής, ο Νίκος Νικόπουλος (φλάουτο), ο Σπύρος Μουρίκης (κλαρινέτο), ο Γιάννης Οικονόμου (όμποε), ο Αλέξανδρος Οικονόμου (φαγκότο) και ο Βαγγέλης Σταθουλόπουλος (πίκολο).

