Θα συνεχίσουμε, όπως είχαμε υποσχεθεί εδώ (1 Μαρτίου 2026), τη συζήτηση για την εκκλησιαστική ζωγραφική στην εποχή μας. Θα πιάσω το νήμα από το τέλος του προηγούμενου άρθρου, όπου έγραφα ότι «αυτό που καθιστά ένα έργο εκκλησιαστικό είναι ο προορισμός του, ότι προορίζεται για έναν ναό και για να υπηρετεί τα τελούμενα εκεί, να υπηρετεί τη λατρεία του Θεού, τη Λειτουργία και την προσευχή, να μπορεί δηλαδή η κοινότητα των πιστών να προσευχηθεί μπροστά σε αυτό, να παρακινείται από τη θέα του να προσευχηθεί». Ναι, αλλά ποιος θα το κρίνει αυτό; Και με τι κριτήρια; Αν πάρουμε ως αφετηρία την τεράστιας σημασίας συζήτηση που έγινε κατά την περίοδο της Εριδας των εικόνων, η Εκκλησία δεν όρισε τότε κριτήρια τεχνοτροπικά. Εκρινε ότι χωρίς εικόνες τίθεται υπό αμφισβήτηση η διδασκαλία της και πιο συγκεκριμένα το θεμελιώδες δόγμα της Ενσάρκωσης, δεν συζήτησε όμως ζητήματα τεχνοτροπίας, δεν αποφάσισε ένα συγκεκριμένο εκκλησιαστικό ύφος. Με μια λέξη, δεν υπάρχει Ορθόδοξη αισθητική!
Το γεγονός αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσφεύγουμε σε κριτήρια αισθητικής ποιότητας για την εκκλησιαστική ζωγραφική. Ειδικά στην εποχή μας, όταν η τέχνη της Εκκλησίας έχει αποσυνδεθεί από την κοσμική τέχνη, από την τέχνη που δημιουργείται γύρω της, και οι σημαντικοί ζωγράφοι δεν ζωγραφίζουν πια εκκλησίες, πρέπει περισσότερο από άλλοτε να προσφεύγουμε σε τέτοια κριτήρια. Τα αισθητικά κριτήρια ωστόσο δεν αρκούν για να θεωρηθεί ένα έργο εκκλησιαστικό και να μπει σε μια εκκλησία, για να υπηρετήσει την κοινή λατρεία του Θεού. Οι εκκλησίες δεν είναι γκαλερί ούτε πινακοθήκες, και οι εκκλησιαζόμενοι δεν είναι φιλότεχνοι που κάνουν την κυριακάτικη βόλτα τους στα μουσεία, για να δουν τις νέες εκθέσεις.
Θεολογικοί κανόνες
Είναι απολύτως απαραίτητα και τα θεολογικά κριτήρια, με πρώτο και κυριότερο να εικονίζεται ο Ιησούς ως Χριστός, κάτι που κρίνεται κατεξοχήν στην παράσταση της Σταύρωσης. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό δεν είναι ένας άνθρωπος που πεθαίνει, δεν γίνεται ποτέ πτώμα, είναι «κατάστικτος τοις μώλωψι και πανσθενουργός». Αυτό το κατόρθωσε μοναδικά η βυζαντινή τέχνη! Υπάρχουν πάμπολλα έργα σπουδαίων ζωγράφων, αληθινά αριστουργήματα, στα οποία ο εσταυρωμένος ή νεκρός Ιησούς εικονίζεται ως αποκρουστικό πτώμα. Με δυο λόγια, αισθητική αξία και εκκλησιαστικότητα δεν ταυτίζονται. Θα φέρω ένα παράδειγμα από τη σύγχρονη τέχνη και θα επικαλεστώ πάλι τον Μαριταίν, με τον οποίο ξεκινήσαμε τη συζήτηση στο προηγούμενο κείμενο. Ο Φλαμανδός ζωγράφος Αλμπέρ Σερβάς (Albert Servaes, 1883-1966), βαθιά πιστός Καθολικός (αλλά με αμαρτωλό πολιτικό βίο: ήταν χιτλερικός), ζωγράφισε το 1919 το γνωστό Καθολικό θέμα «Ο δρόμος του Σταυρού», με τις δεκατέσσερις στάσεις. Το 1921 το Βατικανό απαγορεύει την τοποθέτηση του έργου μέσα σε εκκλησίες. Ο Μαριταίν εκτιμά και θαυμάζει το συγκεκριμένο έργο του Σερβάς, αναγνωρίζει ότι προκάλεσε μεγάλη θρησκευτική συγκίνηση, ακόμη και μεταστροφές, αλλά συμφωνεί με την απαγόρευση της Καθολικής Εκκλησίας. Το επιχείρημά του είναι ότι αποδίδει το πάθος του Χριστού ως ανθρώπινο, και όχι ως εκούσια θυσία του Υιού του Θεού («Quelques réflexions sur l’ art religieux», 1924, Jacques et Raïssa Maritain, Oeuvres Complètes, I, 1986, σ. 720-721). Η ιστορία με το έργο αυτό του Σερβάς είχε και συνέχεια αλλά δεν θα τη συζητήσουμε εδώ.
Αν συμφωνήσουμε ότι είναι απαραίτητος αυτός ο συνδυασμός αισθητικών και θεολογικών κριτηρίων, για να θεωρηθεί ένα έργο λειτουργικό (liturgical) και εκκλησιαστικό, παραμένει το ερώτημα ποιος θα το κρίνει αυτό. Ο Μαριταίν δέχεται ότι αυτό το αποφασίζει η ιεραρχία της Εκκλησίας. Η εκκλησιαστική ιεραρχία (ή γραφειοκρατία) ενδιαφέρεται πρωτίστως να λύσει το ζήτημα διοικητικά και όχι να το συζητήσει επί της ουσίας.
Η κοινότητα των πιστών
Προσωπικά πιστεύω ότι το λειτουργικό ή εκκλησιαστικό χρίσμα σε ένα έργο το δίνει η κοινότητα των πιστών, ο εκκλησιαζόμενος λαός. Αναγνωρίζω ότι το κριτήριο αυτό είναι γενικό και χαλαρό, επιτρέπει όμως μεγαλύτερη ελευθερία και ευρυχωρία. Με το κριτήριο αυτό, μια μη «βυζαντινή», για τα καθ’ ημάς ισχύοντα, ή και μια κακότεχνη εικόνα μπροστά στην οποία προσευχήθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, που την ασπάστηκαν με προσδοκία, γίνεται εξ αυτού και μόνον του λόγου εκκλησιαστική, καλεί σε προσευχή και εμπνέει κατάνυξη. Η εικόνα της Παναγίας της Τήνου, όπου καλά καλά δεν φαίνεται το εικονιζόμενο πρόσωπο, είναι ή δεν είναι εκκλησιαστική και λειτουργική τέχνη; Ασφαλώς και είναι. Οι προσευχές των ανθρώπων που εναπέθεσαν σε αυτήν τα βάσανα και τις παρακλήσεις τους την κατέστησαν κατεξοχήν κατανυκτική εικόνα. Αντίθετα, για να φέρω και ένα παράδειγμα από τη δική μας επικαιρότητα, τα έργα του Δημήτρη Μυταρά στο παραθαλάσσιο ναΰδριο της Παναγίας της Καταφυγιώτισσας δεν θα γίνουν ποτέ εκκλησιαστικά, γιατί κανείς πιστός δεν μπορεί να προσευχηθεί ενώπιόν τους. Ο π. Κουτυριέ, για τον οποίο ο λόγος στην προηγούμενη επιφυλλίδα, είναι πολύ πιθανό να τα δεχόταν. Η άποψή του ότι μόνο η μοντέρνα τέχνη των αληθινών ζωγράφων μπορεί να είναι αυθεντικά εκκλησιαστική τον οδηγούσε σε έναν αισθητικό ελιτισμό, αδιαφορώντας για το βίωμα των απλών πιστών. Επίσης περιφρονούσε άδικα την εκκλησιαστική τέχνη των ναών του 19ου αιώνα, που δεν ήταν ωστόσο, όπως πίστευε, όλη συλλήβδην για τα σκουπίδια (βλ. πρόχειρα τον πρόσφατο συλλογικό τόμο «Peindre dans les églises parisiennes au XIXe siècle», Snoeck, Γάνδη 2024).
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που είναι κατεξοχήν Εκκλησία εικόνων, η επικράτηση μιας αντιγραφικής τέχνης έχει αποξενώσει εδώ και πολλά χρόνια τους καλούς ζωγράφους από την εικονογράφηση των ναών. Η λύση πάντως δεν είναι ο Μυταράς. Είναι ελπιδοφόρο ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται μια αθόρυβη αντίδραση σε αυτή τη νεκρή τέχνη της ξεπατικωτούρας.

