Ο Αλέκος Παναγούλης γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939 και έφυγε την 1η Μαΐου 1976.
Η «περίπτωσή» του είναι από αυτές που τα λόγια υστερούν να περιγράψουν το… θέμα.
Κι ας ήταν εκείνος ένας ικανότατος χειριστής της γλώσσας, ποιητής αληθινός.
Ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι τραγουδιστής λαϊκός. Από τους μονάκριβους που ο κόσμος καταξίωσε, δίχως «σπρωξίματα», επικοινωνιακά παιχνίδια και άλλες αβάντες.
Εχω γράψει τη βιογραφία του, που κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις Μένανδρος. Το βιβλίο προλογίζουν οι Μίμης Ανδρουλάκης, Βασίλης Καπερνάρος, Δημήτρης Παπαδημητρίου και Χρήστος Μάστορας.
Από εκεί προέρχεται και το απόσπασμα που ακολουθεί:
«Για να δείτε, όμως, πού οδηγεί, το πάθος του τζόγου και τι κατέβαζε η γκλάβα μου, θα σας διηγηθώ πώς λειτουργούσα. Η λεωφόρος Βουλιαγμένης δεν ήταν αυτή που ξέρουμε σήμερα. Υπήρχαν πολλά οικόπεδα. Σε τρία-τέσσερα σημεία είχα κάποιες “κρυψώνες”. Δηλαδή, διάλεγα πέτρες και όταν έφερνα “καλή ζαριά” έβαζα κάτω απ’ αυτές τις πέτρες ένα ποσόν για να ’χω στις γκίνιες μου.
Εβαζα, έβγαζα, αυτή η δουλειά κράτησε πολλά χρόνια. Παραμελούσα τον καημό μου, έγινα αμελής, με κέρδισε το πάθος μου. Με έπαιρνε η κάτω βόλτα, αλλά κάπου μέσα πίστευα όμως ότι θα την κάνω…
Πρωτομαγιά 1976. Κατέβαινα από Γλυφάδα προς Ομόνοια με ταξί να ρίξω καμιά ζαριά. Η λεωφόρος Βουλιαγμένης ήταν γεμάτη από καβάτζες μου. Οποια πέτρα κι αν σήκωνες, έβρισκες χαρτζιλίκι από κάτω.
Ηθελα χρήματα για να πληρώσω την κούρσα και είπα του οδηγού να σταματήσει. Εκεί που τώρα είναι το μετρό, δίπλα σε έναν βράχο, βλέπω κόσμο. Ηταν δύο περιπολικά και μαζεμένοι περίεργοι. Βλέπω ένα αμάξι σε άσχημη κατάσταση, χωμένο στην είσοδο μιας φανοποιίας. Μαθαίνω πως ήταν του Αλέξανδρου Παναγούλη. Τον είχαν κλείσει και έπεσε εκεί. Δεν ήταν ατύχημα, δεν μπαίνει το αμάξι έτσι… Το είδα κι αυτό το περιστατικό».

