Στις 8 Απριλίου, Μεγάλη Τετάρτη, πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» η «Πασχαλινή συναυλία» του Μεγάρου Μουσικής σε συμπαραγωγή με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.
Αγνωστο ποια σχέση έχει με το Πάσχα η «Ημιτελής» 8η Συμφωνία του Σούμπερτ, που επιλέχθηκε ως εναρκτήριο έργο. Την ορχήστρα διηύθυνε ο 31χρονος Κωνσταντίνος Τερζάκης, ο οποίος στο πρώτο μέρος της δημοφιλούς συμφωνίας φρόντισε για την παλλόμενη απόδοση των δύο θεμάτων, τόσο του μελαγχολικού πρώτου που εισάγεται από το όμποε και το κλαρινέτο, όσο και του τρυφερού, λικνιστικού δεύτερου που πρωτακούγεται από τα βιολοντσέλα. Εξίσου, διασφάλισε την ένταση των δραματικών παρεμβάσεων που προβλέπει ο Σούμπερτ και διατήρησε αμείωτο μέχρι το τέλος τον διάλογο ανάμεσα στο φως και στη σκιά. Στο δεύτερο μέρος της συμφωνίας η λεπτότητα, ειδικά στη γραφή του πρώτου θέματος, ιδανικά απαιτεί ένα σύνολο εγχόρδων ικανό για περισσότερες διαβαθμίσεις. Οσον αφορά τις εντάσεις, στα προβλεπόμενα σημεία οι επιλογές δυναμικής και διαμόρφωσης των φράσεων του Τερζάκη έδωσαν στη μουσική την απαιτούμενη μεγαλοπρέπεια και δραματική δύναμη.
Ακολούθησε η «Sinfonia da Requiem» του Μπρίτεν, έργο με ενδιαφέρουσα ιστορία. Υπήρξε αποτέλεσμα μιας από τις πολλές αναθέσεις της ιαπωνικής κυβέρνησης σε διάφορους συνθέτες, με αφορμή τους εορτασμούς των 2.600 χρόνων της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας που συμπληρώνονταν το 1940. Για το γεγονός αυτό, ο 26χρονος Βρετανός συνθέτης έκρινε αρμόζον να συνεισφέρει μια συμφωνική «Νεκρώσιμη ακολουθία». Η πρότασή του κρίθηκε προσβλητική και απορρίφθηκε, με την επισήμανση ότι η συγκεκριμένη μουσική δεν προσφέρεται για τους εορτασμούς της εθνικής επετείου. Παρ’ όλα αυτά, οι Ιάπωνες δεν ζήτησαν πίσω την αμοιβή που είχαν ήδη καταβάλει στον συνθέτη.
Το έργο έχει τρία μέρη, για τα οποία ο Μπρίτεν δανείζεται τίτλους από μέρη της νεκρώσιμης ακολουθίας της Καθολικής Εκκλησίας: «Lacrymosa» – «Γεμάτη δάκρυα», «Dies irae» – «Ημέρα οργής» και «Requiem aeternam» – «Αιώνια γαλήνη». Ο Τερζάκης ανέδειξε με επιτυχία το βασικό συναίσθημα κάθε μέρους, όπως το αρχικό «πένθιμο εμβατήριο» ή τα πολύ περιγραφικά «δάκρυα» που ακολουθούν και τα οποία αποδίδονται μουσικά με τρόπο φανερά συναφή προς τη «λίμνη δακρύων» και τους «αναστεναγμούς» στον «Πύργο του Κυανοπώγωνα» του Μπάρτοκ. Το έντονο δεύτερο μέρος που ακολουθεί, με μηχανιστικούς ρυθμούς και αισθητική προσφιλή στον Σοστακόβιτς, δόθηκε με ταιριαστή νευρικότητα. Τέλος, υποβλητικά ήχησε το γαλήνιο τρίτο μέρος, με την άρπα, τα φλάουτα αλλά και τα κόρνα να διαμορφώνουν την ατμόσφαιρα.
Μεγαλοπρέπεια
Το μόνο καθαρά θρησκευτικό έργο του προγράμματος, παρότι ούτε αυτό έχει κάποια άμεση σχέση με το Πάσχα, ήταν το «Te Deum» – «Σε τον Θεόν υμνούμεν» του Αντον Μπρούκνερ, που ακούστηκε στη συνέχεια. Μνημειώδης σύνθεση, που προβλέπει τέσσερις μονωδούς καθώς επίσης μεγάλες χορωδιακές και ορχηστρικές δυνάμεις, αφιερώθηκε από τον συνθέτη στον Θεό για όλες τις πικρίες που κατάφερε να αντέξει στη Βιέννη.
Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνεχής πενταμερής αψιδωτή συμμετρία του έργου, είναι σκόπιμο να μη γίνονται παύσεις ανάμεσα στα μέρη, κάτι που δεν τηρήθηκε. Με εξαίρεση αυτό, ο Κωνσταντίνος Τερζάκης απέδωσε στο ακέραιο ειδικά τη μεγαλοπρέπεια και την ένταση στα μέρη με χορωδία, διευθύνοντας με καθαρότητα την ορχήστρα και τις δύο χορωδίες της ΕΡΤ (διδασκαλία: Μ. Παπαπέτρου) και του Δήμου Αθηναίων (διδασκαλία: Σ. Μπερής). Οσον αφορά τους μονωδούς, ο Μπρούκνερ αναθέτει κεντρικό ρόλο στον τενόρο. Ο Μάριο Τζεφίρι ανταποκρίθηκε θετικά στο ζητούμενο, κυρίως όσο κινήθηκε στη μεσαία περιοχή της φωνής του. Αξιόπιστος όπως πάντα υπήρξε ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς, ενώ η υψίφωνος Σοφία Κυανίδου και η μεσόφωνος Μαίρη Ελεν Νέζη ολοκλήρωναν το κουαρτέτο των μονωδών, στο οποίο ο συνθέτης εμπιστεύεται την απόδοση της κατανυκτικής διάθεσης της μουσικής.

