«Δεν μου αρέσει να δημιουργώ έργα μέσα από τα οποία επιβάλλω τις θέσεις μου σε έναν τόπο που δεν είναι ο δικός μου», αναφέρει η Μπάρμπαρα Κρούγκερ προσπαθώντας να εξηγήσει την επιλογή των δύο λέξεων, «Περηφάνια και περιφρόνηση», που βρίσκονται στον τίτλο της πρώτης της έκθεσης στην Ελλάδα, η οποία θα παρουσιαστεί και στις δύο πλευρές του καναλιού στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. «Από την άλλη, χωρίς να είμαι ιστορικός, καταλαβαίνω ότι η ισορροπία ανάμεσα στην περηφάνια και την περιφρόνηση είναι μια διαρκής πάλη, παντού: στην Αμερική, στην Ευρώπη, στην Ασία, στην Αφρική, στη Νότια Αμερική». Το καθοριστικό, λοιπόν, για εκείνη είναι να εντοπίσει κανείς τη στιγμή που η περηφάνια μετατρέπεται σε περιφρόνηση, όπου ένα θετικό συναίσθημα μεταλλάσσεται σε κάτι ακραίο, οδηγώντας σε αποκλεισμό και φόβο.
Μιλάει με ένταση και μόνο από τον τόνο της φωνής της μπορώ να καταλάβω πόσο την απασχολούν οι ρευστές έννοιες της περιφρόνησης και της περηφάνιας. Η κάμερα στο Ζoom είναι κλειστή, όπως μου ζήτησε. Είναι γνωστή η θέση της επιδραστικής Αμερικανίδας εικαστικού για το πόσο «βάναυσο» είναι να στρέφει κάποιος πάνω σου μια κάμερα. Για να δεχτεί να κάνει τη συνέντευξη, τη διαβεβαιώσαμε ότι δεν θα δημοσιεύσουμε κανένα πορτρέτο της και θα εστιάσουμε σε αυτό που για εκείνη έχει σημασία: στα έργα.
Η έκθεση
Τα δεκατρία νέα έργα –και ανάμεσά τους μια τοιχογραφία 90 μέτρων που σχεδίασε ειδικά για την Αθήνα– «πατάνε» πάνω στα άκρα, εκθέτουν τη λογική των δυαδικοτήτων: καλό – κακό, σωστό – λάθος. «Δυστυχώς, η μόνη περιοχή στην οποία λειτουργούν οι δυαδικότητες είναι ο ψηφιακός πολιτισμός», υποστηρίζει. Με ρωτάει πόσες εφημερίδες κυκλοφορούν στη χώρα, αν διαβάζουν οι Ελληνες, πώς αντιδρούν σε αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, και έπειτα μιλάει για τον Τραμπ, για την άνοδο του συντηρητισμού, για το αν καταφέρνουν πλέον οι εικόνες να μας ταρακουνήσουν. «Κάθε φορά που ακούω ανθρώπους να λένε ότι σοκάρονται από κάτι, ενοχλούμαι. Το να σοκάρεται κανείς σήμερα δείχνει αδυναμία να φανταστεί τι είναι δυνατό να συμβεί. Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να μας εκπλήσσει τίποτα και αυτό είναι το πιο τρομακτικό».
Κάθε φορά που ακούω ανθρώπους να λένε ότι σοκάρονται από κάτι, ενοχλούμαι. Το να σοκάρεται κανείς σήμερα δείχνει αδυναμία να φανταστεί τι είναι δυνατό να συμβεί. Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να μας εκπλήσσει τίποτα.
Το πιο αναγνωρίσιμο έργο της, ακόμη και σε εκείνους που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα της, το «Your Body is a battleground» του 1989, γεννήθηκε όταν οι Ρεπουμπλικανοί προσπάθησαν να ανατρέψουν μια ιστορική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ του 1973, σχετικά με το δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση. Τηλεφώνησε σε ακτιβιστικές οργανώσεις και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς ζητώντας να φιλοτεχνήσει την αφίσα της πορείας διαμαρτυρίας που οργανωνόταν στην Ουάσιγκτον. Αρνήθηκαν, λέγοντας ότι είχαν προσλάβει διαφημιστική εταιρεία. Το έργο, που απεικονίζει το διχοτομημένο πρόσωπο μιας γυναίκας σε θετικό και αρνητικό και έχει λευκά γράμματα σε κόκκινο φόντο, το σχεδίασε στο loft που νοίκιαζε τότε στην Τραϊμπέκα, με αποκόμματα από περιοδικά και εφημερίδες που συνέλεγε, το τύπωσε σε πολλαπλά αντίτυπα με δικά της έξοδα και το αφισοκόλλησε με τη βοήθεια φοιτητών της σε εργοτάξια σε όλη τη Νέα Υόρκη. «Ολα τα πρώτα μου έργα, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μέχρι τα μέσα του ’80, ήταν ασπρόμαυρα. Ηταν δύσκολο να τυπώσω με χρώμα, δεν είχα τα μέσα να το κάνω. Τη δουλειά ενός καλλιτέχνη την ορίζουν οι υλικές συνθήκες της ζωής του», υποστηρίζει.
Αιχμηρές ερωτήσεις
Γεννήθηκε το 1945, μεγάλωσε στο Νιούαρκ σε ένα μικρό διαμέρισμα, μέλος μιας εργατικής οικογένειας και αποφοιτώντας από το Parsons με δασκάλα την Ντάιαν Αρμπους και τον Μάρβιν Ισραελ, έπιασε αμέσως δουλειά ως γραφίστρια στην Condenast. Δεν θεωρεί, ωστόσο, ότι άλλαξε δουλειά όταν αποφάσισε να συστηθεί στη νεοϋορκέζικη εικαστική σκηνή. «Δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι πραγματικά γραφίστρια, γιατί για να είσαι καλός γραφίστας πρέπει να έχεις μια ουσιαστική σχέση με τον πελάτη, πρέπει να χτίζεις την εικόνα τελειότητας που εκείνος θέλει. Από την άλλη, εκείνη την εποχή η εικαστική σκηνή ήταν δώδεκα λευκοί άνδρες στο Μανχάταν. Τώρα έχουν ξεκινήσει τις περιοδείες συγγνώμης τα μουσεία, τότε ήταν δύσκολο να είσαι γυναίκα», σχολιάζει. Ομως, για εκείνη το μεγαλύτερο ζήτημα παραμένει το ταξικό. «Κανείς από τους γονείς μου δεν πήγε στο πανεπιστήμιο. Δεν είχα δωμάτιο, κοιμόμουν στο καθιστικό. Ολα αυτά διαμόρφωσαν το έργο μου. Κανείς δεν περίμενε ότι θα γίνω καλλιτέχνις, αλλά δεν έφερε και αντίρρηση, διότι δεν υπήρχαν προσδοκίες ότι θα γίνω γιατρός ή αρχιτέκτονας. Το ταξικό ζήτημα εξακολουθεί να είναι το μεγάλο ανομολόγητο για τη χώρα μου».

Η πηγή έμπνευσης για το έργο της ήταν ο κόσμος που την περιέβαλε, τα ταμπλόιντ που έβλεπε στον δρόμο καθώς πήγαινε στη δουλειά της. Βασίστηκε στις γραφιστικές της γνώσεις και χρησιμοποίησε την αισθητική των κραυγαλέων τίτλων για να μιλήσει για θέματα εξουσίας, φύλου, αποδόμησης στερεοτύπων, καταναλωτικής κουλτούρας. Εθεσε ερωτήσεις, πολλές και ενοχλητικές, όπως ποιος γελάει τελευταίος; Ποιος είναι ελεύθερος να διαλέξει; Χωρίς να αποκλείει τον εαυτό της από τους αποδέκτες του ερωτήματος. «Εγώ είμαι το κοινό. Δηλαδή, όλοι είμαστε. Δεν είναι ότι εξαιρώ τον εαυτό μου· είμαι κι εγώ μέρος αυτής της φρικτής φάρσας».
Στην Ελλάδα δεν κάνει ερωτήσεις, αλλά μας τραβάει την προσοχή με δηλωτικές φράσεις, με bold γράμματα που δεν σου επιτρέπουν να κοιτάξεις αλλού, που σε υποχρεώνουν να ανατρέψεις τις βεβαιότητές σου και να αναλάβεις το μέρος της ευθύνης που σου αναλογεί σε όσα σου/μας καταλογίζει. Το δικό της βλέμμα όμως πώς στάθηκε σε μια ξένη γλώσσα; Δεν ανησυχεί ότι το μήνυμα ίσως αποδυναμώνεται όταν μεταφέρεται στα ελληνικά; «Προσέχω πολύ τη μετάφραση, φροντίζω ο τόνος να είναι συνεπής με τον τρόπο που μιλάω εγώ», σημειώνει, προσθέτοντας ότι έχει δουλέψει σε πολλές γλώσσες, αλλά τα ελληνικά και τα κορεατικά, που δεν χρησιμοποιούν ένα οικείο σε εκείνη αλφάβητο, αλλάζουν την αίσθηση του έργου.
Στα περισσότερα έργα της χρησιμοποιεί sans serif (Ηelvetica ή Futura Βold), γραμματοσειρές που συνδέονται με την άμεση μετάδοση της πληροφορίας. «Οι γραμματοσειρές έχουν τη δική τους ιστορία: πού και πότε αναπτύχθηκαν και πώς απευθύνονται στον θεατή. Τις sans serif τις γνώρισα όταν δούλευα στην Conde Nast, στο Mademoiselle και σε άλλα περιοδικά. Eνιωθα ότι είχαν μια άμεση απεύθυνση, μια δύναμη που σε υποχρέωνε να προσέξεις. Εκείνη την εποχή τα ταμπλόιντ της Νέας Υόρκης είχαν τεράστια παρουσία – δεν έβλεπες serif γραμματοσειρές στα πρωτοσέλιδα της New York Post ή της Daily News», επισημαίνει για τα 70s. Τη ρωτώ αν αυτή η ευθεία, επιθετική γλώσσα είναι κάτι που κατέκτησε με τον καιρό γιατί είδε πως ισχυροποιείται το μήνυμά της ή αν αυτός ήταν ο τρόπος που επέλεξε εξαρχής για να επικοινωνήσει τις ιδέες της. «Μεγάλωσα με την τηλεόραση, ένα μέσο άμεσης απεύθυνσης, και τώρα με τα ψηφιακά μέσα αυτό έχει ενταθεί. Ζούμε μια σύγκρουση ανάμεσα στον ναρκισσισμό και στην ηδονοβλεψία, ζούμε για να μας κοιτάζουν και να κοιτάζουμε». Τη ρωτώ πόσο μεγάλη σημασία έχει η επανάληψη στο έργο της. «Καθοριστική», απαντάει. «Η επανάληψη έχει τεράστια δύναμη. Ζούμε στην οικονομία της προσοχής, όποιος δεν μιλάει καθαρά δεν ακούγεται», τονίζει. Ο Τραμπ μιλάει καθαρά; «Ο Τραμπ είναι ένας εξαιρετικός πωλητής. Ενας άγριος, βίαιος τιμωρός και τρομερά καλός σε αυτό που κάνει. Η Δεξιά ξέρει να εκφράζει το πάθος της· η Αριστερά και το Κέντρο όχι. Αυτό είναι το πρόβλημα τώρα και είναι τραγικό. Και φοβάμαι τι θα ακολουθήσει. Υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Πίτερ Τιλ και οι πραγματικοί “ψηφιακοί άρχοντες” που ελέγχουν την επιτήρηση παγκοσμίως. Γι’ αυτούς ο Τραμπ είναι σχεδόν παλιομοδίτικος, όχι αρκετά δεξιός».
Επισημαίνει ότι ένα από τα μεγάλα λάθη της Αριστεράς και του Κέντρου ήταν ότι τον κορόιδευαν αντί να τον πάρουν στα σοβαρά. «Τον παρακολουθώ εδώ και τριάντα χρόνια, από το ραδιόφωνο του Χάουαρντ Στερν μέχρι το The Apprentice. Στη Νέα Υόρκη ξέρουν ποιος είναι. Εχει έναν ιδιαίτερο τρόπο: μιλάει σαν ιδιοκτήτης ντελικατέσεν της Νέας Υόρκης και σκέφτεται σαν φασίστας. Δύο άκρα μέσα στον ίδιο λόγο. Δεν είναι ο Αμερικανός της παλιάς σχολής, όπως οι Μπους, που ήταν ήδη αρκετά κακοί. Αυτό είναι κάτι άλλο. Εχει μια γοητεία στο να παρασύρει τους ανθρώπους να πιστεύουν τα σχέδιά του. Τον ακούν να μιλάει για παραθαλάσσια οικόπεδα στη Γάζα ή να λέει ότι θα εποικίσει τον Καναδά και δεν αντιδρούν».
Εκφράζεται σαν ιδιοκτήτης ντελικατέσεν της Νέας Υόρκης και σκέφτεται σαν φασίστας. Εχει μια γοητεία στο να παρασύρει τους ανθρώπους. Μιλάει για παραθαλάσσια οικόπεδα στη Γάζα ή λέει ότι θα εποικίσει τον Καναδά και δεν αντιδρούν.
Ξέρω ότι την ενοχλεί να χαρακτηρίζουν το έργο της πολιτικό, πώς αλλιώς όμως να το περιγράψει κανείς; «Είμαι καλλιτέχνις. Είμαι γυναίκα και φεμινίστρια. Αλλά δεν με ενδιαφέρουν οι ταμπέλες ούτε “φεμινιστική τέχνη” ούτε “πολιτική τέχνη”. Αυτές οι κατηγοριοποιήσεις τελικά περιορίζουν και περιθωριοποιούν τους δημιουργούς».
Βarbara Kruger
Ατιτλο (Περηφάνια και Περιφρόνηση) – Untitled (Pride and Contempt),
έκθεση στον δημόσιο χώρο του ΚΠΙΣΝ, 28 Απριλίου – 1 Νοεμβρίου (είσοδος ελεύθερη).
Επιμέλεια έκθεσης: Κατερίνα Σταθοπούλου

