Στις αρχές Ιουλίου του 1819, ο 23χρονος τότε Τζον Κιτς, λυρικός ποιητής της δεύτερης γενιάς των Ρομαντικών –μαζί με τον Πέρσι Σέλεϊ και τον Λόρδο Μπάιρον–, ήδη καταπονημένος από τη φυματίωση, που θα τον νικούσε δύο χρόνια αργότερα, έγραψε την πρώτη από τις σχεδόν σαράντα ερωτικές επιστολές του προς τη Φάνι Μπρον. Στην πρώτη και πιο διάσημη από αυτές, περιλαμβάνεται η περίφημη φράση «σχεδόν εύχομαι να ήμασταν πεταλούδες, για να ζήσουμε έστω τρεις καλοκαιρινές μέρες μαζί». Η Μπρον φύλαξε τις επιστολές μέχρι τον θάνατό της, το 1865. Τα παιδιά της δημοσίευσαν το περιεχόμενό τους σχεδόν μία δεκαετία αργότερα και τα χειρόγραφα μοιράστηκαν σε συλλέκτες ύστερα από δημοπρασία το 1885.
Οκτώ από αυτά τα γράμματα, δεμένα με ιδιαίτερη βιβλιοδετική φροντίδα σε έναν δερμάτινο τόμο, κατέληξαν στη συλλογή της οικογένειας Γουίτνεϊ, γνωστής για τη συλλεκτική της δραστηριότητα στη Νέα Υόρκη, στις αρχές του 20ού αιώνα. Εκεί παρέμειναν για δεκαετίες, ώσπου το 1980 εξαφανίστηκαν, με την κλοπή να καταγράφεται εννέα χρόνια αργότερα, όταν δηλαδή έγινε αντιληπτή από τους ιδιοκτήτες κατά τη διάρκεια καταγραφής των αντικειμένων της συλλογής.
Αφαντος για 40 χρόνια
Από εκείνη τη στιγμή, ερευνητές, έμποροι σπάνιων βιβλίων και μελετητές του Κιτς συμμετείχαν σε μια συστηματική προσπάθεια να ανιχνεύσουν την πορεία του τόμου, ο οποίος παρέμενε άφαντος για σχεδόν 40 χρόνια. Σύμφωνα με δημοσιεύματα των New York Times και Guardian, το 2025, τα οκτώ ποιήματα ήρθαν ξανά στο φως όταν ένας άνδρας εμφανίστηκε στο βιβλιοπωλείο B&B Rare Books στη λεωφόρο Μάντισον ζητώντας να εκτιμηθεί ένας δερμάτινος τόμος, μαζί με άλλα σπάνια βιβλία, που μετέφερε μέσα σε μια παλιά τσάντα. Ο Τζόσουα Μαν, συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου μαζί με τη Σάντεϊ Στάινκιρχνερ, γρήγορα αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, πείθοντάς τον να αφήσει εκεί το βιβλίο για να το εξετάσουν. Λίγες ημέρες αργότερα, ο άνδρας επέστρεψε ζητώντας το πίσω. Ο Μαν αρνήθηκε, λέγοντάς του ότι πίστευε πως ήταν κλεμμένο, με τον άνδρα να αδυνατεί να προσκομίσει κάποιο αποδεικτικό ιδιοκτησίας, που να αποδείκνυε το αντίθετο.
Το Art Loss Register, ο διεθνής οργανισμός με έδρα στο Λονδίνο, που καταγράφει κλεμμένα έργα τέχνης και σπάνια αντικείμενα, επιβεβαίωσε ότι ο τόμος ταυτιζόταν με εκείνον που χάθηκε από τη συλλογή Γουίτνεϊ το 1980. Το Antiquities Trafficking Unit της εισαγγελίας του Μανχάταν, με επικεφαλής τον Μάθιου Μπογκδάνος, ξεκίνησε, αμέσως μετά την ταυτοποίηση, επίσημη έρευνα και προχώρησε στην κατάσχεση συνολικά δεκαεπτά βιβλίων που ο ίδιος άνδρας είχε επιχειρήσει να πουλήσει σε δύο βιβλιοπωλεία, το σύνολο των οποίων αναγνωρίστηκε ως μέρος της συλλογής Γουίτνεϊ.
Υστερα από ένα χρόνο ερευνών, τα βιβλία παραδόθηκαν τη Δευτέρα στον Πίτερ ντι Μποναβεντούρα, απόγονο της οικογένειας Γουίτνεϊ, σε επίσημη τελετή στο γραφείο του εισαγγελέα του Μανχάταν, Αλβιν Μπραγκ. Εκεί ανακοινώθηκε ότι η οικογένεια θα δημοπρατήσει τον τόμο του Κιτς, ο οποίος εκτιμάται γύρω στα 2 εκατ. δολάρια, και ότι τα έσοδα θα προσφερθούν στο ιδιωτικό ίδρυμα της οικογένειας Γουίτνεϊ.

