Πέρυσι το καλοκαίρι η «Κ» είχε δημοσιεύσει το άρθρο του Aμερικανοϊσραηλινού καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μπράουν, Ομέρ Μπάρτοβ, στους New York Times, στο οποίο ο μελετητής του Ολοκαυτώματος έκανε λόγο για γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Γάζα. «Τις έχω μελετήσει. Ξέρω να τις διακρίνω όταν τις βλέπω», ήταν ο γλαφυρός τίτλος του άρθρου στους ΝΥΤ, που προκάλεσε σάλο διεθνώς επειδή μέχρι εκείνη τη στιγμή πολλοί αναλυτές απέφευγαν να χρησιμοποιήσουν τον όρο «γενοκτονία». Αυτή τη φορά όμως η σκληρή κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης Νετανιάχου προήλθε από έναν άνθρωπο που έχει μεγαλώσει στο Ισραήλ, υπηρέτησε στον στρατό του και δύσκολα μπορεί να κατηγορηθεί για αντισημιτισμό. Ακολούθησε συνέντευξη της «Κ» με τον Μπάρτοβ, στην οποία διακήρυξε ότι τον αντισημιτισμό τον προκαλεί το ίδιο το Ισραήλ.
Στο νέο βιβλίο του με τίτλο «Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;» που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο στις 21 Απριλίου σε μετάφραση Στέφανου Καβαλλιεράκη, με πρόλογο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, ο Αμερικανοϊσραηλινός ιστορικός εξηγεί πως παρά τις αρχικές αμφιβολίες του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στη Γάζα διεξάγεται γενοκτονία και περιγράφει την εχθρική υποδοχή στο Ισραήλ που του επιφύλαξαν οι συμπατριώτες του το 2024. Ο διαχωρισμός μεταξύ αντισιωνισμού και αντισημιτισμού είναι ένα από τα κεντρικά θέματά του, καθώς και η εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού από την ισραηλινή ηγεσία για να εφαρμόζει ανενόχλητα ακραίες και ρατσιστικές πολιτικές. Παράλληλα καταρρίπτει τη θεωρία περί μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος, χαρακτηρίζοντάς την προβληματική. «Η ιστορική μοναδικότητα προϋποθέτει την αφαίρεση ενός γεγονότος από την ιστορία και την ένταξή του στη μεταφυσική – ένα πεδίο στο οποίο οι ιστορικοί δεν αισθάνονται οικεία», γράφει χαρακτηριστικά.
«Πώς ένα πολυθρησκευτικό κράτος μπορεί να παραμείνει ταυτόχρονα εβραϊκό και δημοκρατικό;», αναρωτιέται προς το τέλος ο Μπάρτοβ, αμφισβητώντας την άποψη ότι το Ισραήλ είναι η μοναδική δημοκρατία στη Μέση Ανατολή. «Οι δολοφονίες και η καταπίεση θα συνεχιστούν και τα εναπομείναντα τείχη της φιλελεύθερης δημοκρατίας θα καταρρεύσουν», είναι η δυσοίωνη πρόβλεψή του.
Η «Κ» προδημοσιεύει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου.
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
«Πολύ πριν από τη σφαγή της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου και την επίθεση των IDF στη Γάζα που ακολούθησε, οι πολυάριθμοι επικριτές του Ισραήλ ανά τον κόσμο αντιμετώπιζαν μια βαριά κατηγορία. Νέοι άνθρωποι, φιλελεύθεροι και ανθρωπιστές, Εβραίοι και μη Εβραίοι –πολλοί από τους οποίους είχαν μεγαλώσει με μια ανιδιοτελή αγάπη για τη χώρα, την οποία είχαν εξιδανικεύσει και θεοποιήσει– κατηγορούνταν ότι υποκινούνταν από τον αντισημιτισμό, ενώ στους Εβραίους που βρίσκονταν ανάμεσά τους αποδιδόταν επιπλέον μίσος στους ίδιους τους εαυτούς τους. Η σύνδεση ανάμεσα στην απόρριψη της πολυετούς καταπίεσης εκατομμυρίων υπό κατοχή Παλαιστινίων με τον υποτιθέμενο αντισημιτισμό κατασκευάζεται στο Ισραήλ και κατόπιν εξάγεται στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, “τυλιγμένη” με τον υπαινιγμό ότι τα έθνη τα οποία ήταν αμέτοχα την ώρα που δολοφονούνταν έξι εκατομμύρια Εβραίοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να επικρίνουν το εβραϊκό κράτος, το οποίο μάχεται για την ίδια την επιβίωσή του. Αντιθέτως υποστηρίζεται ότι τα έθνη αυτά έχουν ηθικό καθήκον να σταθούν στο πλευρό του. Οσο περισσότερο το Ισραήλ μετατοπίζεται προς τα δεξιά και όσο επιδεινώνεται η κατάσταση των Παλαιστινίων, τόσο οι αξιωματούχοι του τονίζουν ότι κάθε κριτική στις ισραηλινές ενέργειες δεν είναι παρά μια σκανδαλώδης προβολή της εγγενούς δυτικής προκατάληψης.
Το αποτελεσματικότερο εργαλείο σε αυτή τη μετατόπιση από την κριτική στην κατηγορία περί προκατάληψης έχει γίνει ο ορισμός περί αντισημιτισμού, που υιοθετήθηκε το 2016 από τη Διεθνή Συμμαχία για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος. Ο ορισμός της IHRA ήταν προϊόν μιας ευρωπαϊκής προσπάθειας προώθησης της μνήμης και της μάθησης γύρω από το Ολοκαύτωμα· δεν προοριζόταν ποτέ να λειτουργήσει ως βάση για νομοθεσία και επιβολή κυρώσεων. Παρ’ όλα αυτά, έχει μετατραπεί σε εργαλείο φίμωσης της κριτικής μέσω του νόμου και του εξαναγκασμού. Ετσι, η μνήμη των θυμάτων του ναζισμού χρησιμοποιείται κυνικά για να παρουσιάζονται ως αντισημίτες όσοι ασκούν κριτική στις ολοένα αυξανόμενες παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου από το εβραϊκό κράτος, καθώς και για να συσκοτίζονται οι διακηρυγμένοι στόχοι και τα κίνητρα των επικριτών, ακόμη και η ίδια η ταυτότητά τους (πολλοί εξ αυτών είναι Εβραίοι και –όχι λίγοι– Ισραηλινοί).
Μελετητές του αντισημιτισμού, του Ολοκαυτώματος και της εβραϊκής Ιστορίας έχουν εδώ και καιρό επισημάνει τον προβληματικό χαρακτήρα του ορισμού της IHRA, ο οποίος παραθέτει 11 παραδείγματα πράξεων και δηλώσεων που ενδέχεται να συνιστούν αντισημιτισμό, εκ των οποίων τα επτά αναφέρονται άμεσα στο Ισραήλ. Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, η άρνηση στους Εβραίους του δικαιώματος στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό, η εφαρμογή διπλών κριτηρίων στο Ισραήλ, που δεν απαιτούνται από άλλα κράτη, η κατηγορία ότι το Ισραήλ υπερβάλλει ως προς το Ολοκαύτωμα και η σύγκριση των πολιτικών του Ισραήλ με εκείνες των ναζί μπορούν να θεωρηθούν αντισημιτικές.
Η μνήμη των θυμάτων του ναζισμού χρησιμοποιείται κυνικά για να παρουσιάζονται ως αντισημίτες όσοι ασκούν κριτική στις ολοένα αυξανόμενες παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου από το εβραϊκό κράτος.
Ωστόσο, όσο κατακριτέες κι αν είναι τέτοιες δηλώσεις, δεν είναι αντισημιτικές. Οι επικριτές, ανάμεσά τους και πολλοί Ισραηλινοί, σημειώνουν εδώ και καιρό ότι το Ισραήλ έχει εργαλειοποιήσει πολιτικά το Ολοκαύτωμα· υποστηρικτές του σιωνισμού συχνά τονίζουν ότι το Ισραήλ θα έπρεπε να είναι “φως εις τα έθνη” και, ως εκ τούτου, να υπόκειται σε υψηλότερα κριτήρια· πολλοί Εβραίοι ανά τον κόσμο έχουν απορρίψει τον σιωνισμό για θεολογικούς ή ιδεολογικούς λόγους. Τέλος, οι συγκρίσεις των ισραηλινών πρακτικών με εκείνες των ναζί δεν είναι άγνωστες στο ίδιο το Ισραήλ, ακόμη και μεταξύ αυτοπροσδιοριζόμενων ως σιωνιστών. Για όλους αυτούς τους λόγους έχουν προταθεί εναλλακτικοί ορισμοί, όπως η Διακήρυξη της Ιερουσαλήμ για τον Αντισημιτισμό (JDA) και το Εγγραφο Nexus, οι οποίοι καταβάλλουν ιδιαίτερη προσπάθεια να διακρίνουν τον αντισημιτισμό από την κριτική προς το Ισραήλ.
Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό ως αντίδραση στο κίνημα διαμαρτυρίας στα αμερικανικά πανεπιστήμια κατά του ανελέητου πολέμου του Ισραήλ στη Γάζα, η αντίληψη περί αντισημιτισμού που αποτυπώνεται στον ορισμό της IHRA έφθασε έως τα ανώτατα επίπεδα χάραξης της αμερικανικής πολιτικής. Την 1η Μαΐου 2024, η Βουλή των Αντιπροσώπων επικύρωσε με συντριπτική πλειοψηφία τον Νόμο για την Ευαισθητοποίηση σχετικά με τον Αντισημιτισμό, ο οποίος υιοθετεί τον ορισμό της IHRA, απειλώντας έτσι να φιμώσει την ελευθερία του λόγου σε ολόκληρη τη χώρα. Λίγες ημέρες αργότερα, ο πρόεδρος Μπάιντεν κατήγγειλε αυτό που αποκάλεσε “σφοδρή έξαρση” του αντισημιτισμού στα πανεπιστημιακά ιδρύματα των Ηνωμένων Πολιτειών και παγκοσμίως, μετά την επίθεση της Χαμάς. Σε μια βαρυσήμαντη ομιλία του σε τελετή μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος, ο Μπάιντεν υιοθέτησε την ψευδή ταύτιση της κριτικής στην αδικαιολόγητη πολιτική της αδιάκριτης –και, όπως τελικά αποδείχθηκε, εσκεμμένης– καταστροφής ζωών και περιουσιών στη Λωρίδα της Γάζας από το Ισραήλ με τον αντισημιτισμό, ένα απεχθές συναίσθημα που σπανίως εμφανίζεται στις πολυάριθμες διαδηλώσεις φοιτητών και άλλων ανά τον κόσμο.
Στην πραγματικότητα, όποιος συνομίλησε με τους διαδηλωτές φοιτητές στα αμερικανικά πανεπιστήμια, όπως έκανα εγώ, διαπίστωσε ότι εξέφραζαν την αντίθεσή τους στην ισραηλινή καταπίεση των Παλαιστινίων με ποικίλους τρόπους, οι οποίοι κυμαίνονταν από την οργή για τη δολοφονία δεκάδων χιλιάδων αμάχων από τις IDF στη Γάζα έως μια συνολική απόρριψη του σιωνισμού και τον χαρακτηρισμό του Ισραήλ ως παράνομου κράτους “εποικιστή – αποικιοκράτη”. Επίσης, οι Αμερικανοί φοιτητές αγανακτούσαν, δικαίως, για το γεγονός ότι τα χρήματα από τη φορολόγησή τους δαπανώνται για βόμβες που χρησιμοποιούνταν για την εξόντωση χιλιάδων αθώων Παλαιστινίων, καθώς και για την καταστροφή ολόκληρης της υποδομής της Λωρίδας της Γάζας. Κι όμως, σύμφωνα με τον ορισμό της IHRA, οι φοιτητές αυτοί θεωρούνταν φανατικοί αντισημίτες, ανεξαρτήτως της πλήρους και κατηγορηματικής απόρριψης ενός τέτοιου χαρακτηρισμού από τους ίδιους.
Πρέπει να αναφερθεί ότι, τις πρώτες ημέρες μετά την επίθεση της Χαμάς, υπήρξαν ανάμεσα στους διαδηλωτές φωνές που δικαιολογούσαν –ακόμη και εξυμνούσαν– τη σφαγή Ισραηλινών αμάχων ως πράξη νόμιμης αντίστασης ή απλώς αρνούνταν τις ωμότητες που διέπραξαν οι μαχητές και άλλοι κάτοικοι της Γάζας, οι οποίοι παραβίασαν τον φράχτη ασφαλείας. Παρόμοιες αντιδράσεις παρατηρήθηκαν σε ευρύτερη κλίμακα, σε τμήματα του παλαιστινιακού πληθυσμού στη Γάζα και στη Δυτική Οχθη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτές οι φωνές αποτελούσαν μειοψηφία μεταξύ των διαδηλωτών, έτυχαν όμως δυσανάλογης προβολής από τα μέσα ενημέρωσης. Οπως επισήμανα στην εισαγωγή και αλλού, η αντίσταση στην κατοχή είναι θεμιτή, όχι όμως οι ωμότητες, και όσοι τις επικροτούν ή τις αρνούνται απονομιμοποιούνται ως επικριτές των πολιτικών του Ισραήλ και ως υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δικαιοσύνης. Ακριβώς όπως η επίθεση της Χαμάς δεν δικαιολογεί την ισραηλινή γενοκτονία, έτσι και η ισραηλινή κατοχή και η καταπίεση των Παλαιστινίων δεν δικαιολογούν τη σφαγή αμάχων. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να τονιστεί ότι η συντριπτική πλειονότητα των διαδηλωτών στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν επικρότησε τα εγκλήματα της Χαμάς, αλλά καταδίκασε τη συνεχιζόμενη μαζική καταστροφή της Γάζας από τις IDF με τη χρήση αεροσκαφών και βομβών αμερικανικής κατασκευής».
Η αντίσταση στην κατοχή είναι θεμιτή, όχι όμως οι ωμότητες, και όσοι τις επικροτούν ή τις αρνούνται απονομιμοποιούνται ως επικριτές των πολιτικών του Ισραήλ και ως υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

