Ο Καραγκιόζης, πεινασμένος, καμπούρης, με γυμνά πόδια και το μακρύ του χέρι να απλώνεται διαρκώς προς την τύχη, στέκεται στο πανί ως ο αιώνιος Ελληνας.
Πολυμήχανος, σαρκαστικός και αυθόρμητος, ο ήρωας αυτός αντιπροσωπεύει τον φτωχό αλλά ανυπότακτο άνθρωπο που, παρά τις δυσκολίες, βρίσκει πάντα τρόπο να συνεχίζει. Δειλός και γενναίος μαζί, ταλαιπωρημένος αλλά αισιόδοξος, συνομιλεί με το κοινό μέσα από το πικρόχολο χιούμορ του και γίνεται διαχρονικό λαϊκό σύμβολο. Μέσα σε σκιές, λόγια και εικόνες που γλιστρούν στο πανί –όπως έλεγε και ο Διονύσης Σαββόπουλος στο τραγούδι του «Καραγκιόζης»–, αυτή είναι η πιο αναγνωρίσιμη μορφή του ελληνικού θεάτρου σκιών.
Η περιοδική έκθεση «100 χρόνια Καραγκιόζης. Από τις μάντρες στο μουσείο», που συνδιοργανώνουν το Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού και το Πανελλήνιο Σωματείο Θεάτρου Σκιών, αφηγείται την πορεία του ελληνικού θεάτρου σκιών μέσα στον χρόνο, από τις απαρχές της εμφάνισής του στον ελληνικό χώρο τον 19ο αιώνα έως τη σύγχρονη παρουσία του στον 21ο αιώνα. Η έκθεση εξετάζει την ιστορική διαδρομή και τη ζωντανή εξέλιξη της τέχνης του Καραγκιόζη, σε συνεργασία με το Σωματείο, που γιορτάζει φέτος έναν αιώνα ζωής. Μέσα από αυτή τη συνεργασία, η έκθεση φωτίζει όχι μόνο την ιστορία του θεάτρου σκιών, αλλά και τη ζωντανή παράδοση που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.


«Στη μόνιμη έκθεση του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού, που συνυπάρχει με την περιοδική, η ενότητα που πραγματεύεται την ψυχαγωγία των Ελλήνων στα νεότερα χρόνια, παρουσιάζοντας μεταξύ άλλων υλικό από το ελληνικό θέατρο σκιών, ήταν ανέκαθεν η δημοφιλέστερη στους επισκέπτες κάθε ηλικίας», μας λένε η Ελενα Μελίδη, διευθύντρια του μουσείου, και η Νίκη Δάφνη, επιμελήτρια του μουσείου και της συγκεκριμένης έκθεσης. «Αυτό το κορυφαίο λαϊκό θέαμα, που συνδυάζει μοναδικά τα στοιχεία υλικής και άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς μας, αποτελεί ένα πεδίο που τροφοδοτεί τις συλλογές μας ήδη από τη δεκαετία του 1970 με σπάνια τεκμήρια: φιγούρες, σκηνικά, εργαλεία, τεχνουργήματα και αρχειακό υλικό από τους “παλιούς” αυτής της τέχνης».
Η περιοδική έκθεση επιπλέον υπογραμμίζει την εικαστική αξία των αντικειμένων που χρησιμοποιούνται σε μια παράσταση Καραγκιόζη: τις ζωγραφισμένες φιγούρες, τα σκηνικά στοιχεία του μπερντέ, τα εργαλεία της παράστασης και τα τεχνικά μέσα που διαμόρφωσαν τη σκηνική εμπειρία του θεάτρου σκιών. Τα αντικείμενα αυτά δεν παρουσιάζονται μόνο ως καλλιτεχνικά δημιουργήματα, αλλά και ως τεκμήρια μιας παράδοσης που συνδέθηκε στενά με την κοινωνία. Γιατί ο Καραγκιόζης δεν είναι απλώς ένας χαρακτήρας· υπήρξε ανέκαθεν ένας καθρέφτης της καθημερινότητας. Μέσα από τις ατάκες του σχολιάζει την εξουσία, τη φτώχεια, τις κοινωνικές ανισότητες και τις μικρές χαρές της ζωής.

Η φιγούρα του, αν και σταθερή στη μορφή, αποκτά διαφορετικές εκδοχές κάθε φορά που ζωντανεύει, καθώς κάθε καραγκιοζοπαίκτης δημιουργεί τον «δικό του» Καραγκιόζη. Η παραδοσιακή τεχνοτροπία συνδύαζε τη λαϊκή ζωγραφική με την επεξεργασία υλικών που ποίκιλλαν ανάλογα με το βαλάντιο κάθε «θιασάρχη». Οι πρώτοι Ελληνες καραγκιοζοπαίκτες χρησιμοποίησαν κυρίως χαρτόνι: πάνω σε αυτό σχεδίαζαν τις μορφές, τις έκοβαν και τις σκάλιζαν. Στη δεκαετία του 1920 η τεχνική εξελίχθηκε και οι φιγούρες άρχισαν να κατασκευάζονται από επεξεργασμένο δέρμα. Οι διάφανες, έγχρωμες, δερμάτινες φιγούρες απέδιδαν εντυπωσιακά στο φωτισμένο σεντόνι, επιτρέποντας στα χρώματα και στις λεπτομέρειες να αναδειχθούν. Αργότερα εμφανίστηκε η χρωματισμένη ζελατίνα και στη συνέχεια το πλαστικό, με τα τρία υλικά να χρησιμοποιούνται συχνά συνδυαστικά.

Πίσω από το πανί του μπερντέ, ανάμεσα στο μεγαλόπρεπο σεράι του Πασά και στην ετοιμόρροπη παράγκα του Καραγκιόζη, ο καλλιτέχνης κινεί τις φιγούρες και τους δίνει «σώμα». «Λευκό μου σεντονάκι, λάμπα μου τρελή, ποια αγάπη τάχα μας φυσάει;» αναρωτιόταν τρυφερά στο τραγούδι του Καραγκιόζη ο αγαπημένος Διονύσης. Οι χαρακτήρες που εμφανίζονται στην «πινακοθήκη ηρώων» του ελληνικού θεάτρου σκιών, με τις ιδιαίτερες φορεσιές, τη γλώσσα και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά τους, αντιπροσωπεύουν διαφορετικούς τύπους της κοινωνίας. «Ο επισκέπτης καλείται έτσι να περιηγηθεί σε μια αφήγηση στην οποία η ιστορία της τέχνης του Καραγκιόζη συναντά την ιστορία της νεότερης Ελλάδας», σχολιάζει η κ. Μελίδη αναφερόμενη στην έκθεση.
Στην ουσία, με τη συγκεκριμένη έκθεση, το ΜΝΕΠ προτείνει στον επισκέπτη ένα ταξίδι στον χρόνο από τις υπαίθριες μάντρες των καραγκιοζοπαικτών έως τον χώρο του μουσείου. Μάλιστα το κτίριο των περιοδικών εκθέσεων του μουσείου επί της οδού Κλάδου 9 στην Πλάκα, που διαθέτει μια χαριτωμένη περίκλειστη εσωτερική αυλή, δίνει τη δυνατότητα στην επιμελητική ομάδα να στήσει στον έξω χώρο μια γιορτή με λαμπιόνια και τραπεζάκια καφενείου. Ο επισκέπτης αισθάνεται σαν να περπατά σε μια πλακιώτικη γειτονιά μέρα πανηγυριού. Συζητώντας με τις κ. Μελίδη και Δάφνη, αναρωτιόμαστε εάν η έκθεση αφορά πρωτίστως τις παλαιότερες γενιές καλλιτεχνών του θεάτρου σκιών αλλά και θεατών θέλοντας να μεταφέρει στους νεότερους πληροφορίες μαζί με μια αύρα νοσταλγίας.
«Αυτό το κορυφαίο λαϊκό θέαμα συνδυάζει μοναδικά τα στοιχεία υλικής και άυλης πολιτιστικής κληρο- νομιάς μας», λένε οι Ελενα Μελίδη και Νίκη Δάφνη του ΜΝΕΠ.
«Κάθε άλλο», απαντούν. «Πολλοί νέοι άνθρωποι επιλέγουν να γίνουν καραγκιοζοπαίκτες, εξελίσσοντας δραματουργικά και τεχνικά τη δουλειά τους με τη βοήθεια και της τεχνολογίας». Στην εκατονταετία της λειτουργίας του το Σωματείο, που ενσωμάτωσε αυτοδίδακτους κουκλοπαίκτες και μουσικούς, συνεχίζει να προστατεύει την τέχνη του θεάτρου σκιών. Αυτή η μορφή λαϊκής τέχνης, που έφθασε στον ελλαδικό χώρο έπειτα από ένα μακρύ πολιτισμικό ταξίδι στον κόσμο, εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανή και δημοφιλή έκφραση ψυχαγωγίας, όπως και η έκθεση αποδεικνύει στο αφήγημά της, που μάλιστα συνδυάζει τα υλικά εκθέματα με ενδιαφέροντα βίντεο που δημιουργήθηκαν ειδικά για τη συγκεκριμένη παρουσίαση.
«100 χρόνια Καραγκιόζης. Από τις μάντρες στο μουσείο».
Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού, Αρεως 10, Αθήνα.
Εως τις 8 Ιουνίου, Πέμπτη έως και Κυριακή, 09.30-16.30.

