Στις μέρες μας, λίγοι αρχιμουσικοί είναι τόσο εξοικειωμένοι με το δημιουργικό έργο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ όσο ο σερ Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ. Ο 82χρονος Βρετανός, ο οποίος επί δεκαετίες έχει καταπιαστεί με τη μουσική του κάντορα του Αγίου Θωμά, βρέθηκε και πάλι στην Αθήνα, αυτή τη φορά στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ της άνοιξης» του Μεγάρου Μουσικής. Στις 3 Απριλίου στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» παρουσίασε ένα πρόγραμμα που περιελάμβανε δύο καντάτες και το Πασχαλινό Ορατόριο. Ο Γκάρντινερ διηύθυνε τη Χορωδία και την Ορχήστρα που ίδρυσε ο ίδιος τον Αύγουστο του 2024 και φέρει το όνομα «Constellation» – «Αστερισμός».
Τα Χριστούγεννα του 1999 στη Βαϊμάρη, διευθύνοντας τη Χορωδία Μοντεβέρντι και τους Αγγλους Σολίστ Μπαρόκ, ο Βρετανός αρχιμουσικός ξεκίνησε σε Ευρώπη και Αμερική μια «Προσκυνηματική περιοδεία» παρουσιάζοντας και ηχογραφώντας όλες τις καντάτες του Μπαχ. Η μεγάλη εξοικείωσή του με τα έργα και την ερμηνευτική πρακτική της μουσικής του Γερμανού συνθέτη ήταν εμφανής και στην αθηναϊκή συναυλία του, που ήταν ο πρώτος σταθμός μιας ολιγοήμερης ευρωπαϊκής περιοδείας.
Στο πρώτο μέρος της βραδιάς ακούστηκαν οι καντάτες «Γελά ο ουρανός! Αγαλλιάζει η γη» με αριθμό καταλόγου Μπαχ 31 και «Μείνε μαζί μας, γιατί θα βραδιάσει» με αριθμό 6, αντίστοιχα, ενώ μετά το διάλειμμα ακολούθησε το Πασχαλινό Ορατόριο. Στην αρχή της πρώτης καντάτας ο τόνος υπήρξε εντυπωσιακά θριαμβικός. Βοήθησε, φυσικά, ο λαμπερός ήχος που παρήγαγαν τα όργανα εποχής της ορχήστρας και πιο συγκεκριμένα οι τρεις ιστορικές τρομπέτες που χρησιμοποίησε ο Γκάρντινερ. Ωστόσο, αποφασιστική υπήρξε κυρίως η υποδειγματική μουσική διεύθυνση, ζωηρή, αλλά όχι επιδεικτικά γρήγορη. Η μουσική παλλόταν και ο ακροατής είχε τον χρόνο να απολαύσει κάθε της παράγραφο. Κέρδιζε σε λάμψη και ορμή όχι επειδή όλα παίζονταν υπερβολικά γρήγορα και δυνατά, όπως γίνεται συχνά, αλλά χάρη στην πλαστικότητα με την οποία διαμόρφωνε ο Γκάρντινερ τις φράσεις, καθώς και τη δυναμική.
Ακολούθησε η χορωδία, που υπήρξε εξίσου υποδειγματική. Οχι μονάχα επειδή ο ήχος της ήταν άριστα συντονισμένος και ελεγχόμενος ως προς τη δυναμική, αλλά επειδή, επιπλέον, η άρθρωση των τραγουδιστών ήταν θαυμαστή, με αποτέλεσμα οι ξεχωριστές συλλαβές και συνολικά οι λέξεις να σμιλεύουν τον ήχο και να δίνουν πλαστικότητα στη μουσική. Μαγικά πράγματα, που σπάνια έχει κανείς την ευκαιρία να ακούσει «ζωντανά».
Σπάνια λιτότητα
Στο ίδιο επίπεδο υπήρξαν οι τέσσερις μονωδοί, η υψίφωνος Χίλαρι Κρόνιν με εξαιρετικά εστιασμένη ισχυρή λυρική φωνή, η μεσόφωνος Ελίνε Βέλε που τραγούδησε εκφραστικά, ο τενόρος Τζόναθαν Χάνλι με φωνή γλυκιά και τραγούδι ιδιαίτερα καλλιεργημένο, όπως επίσης ο βαθύφωνος Τζακ Κάμφορντ, χωρίς πρόβλημα στις απαιτούμενες χαμηλές νότες. Στον αντίποδα των λαμπερών χορωδιακών, οι άριες που προβλέπει ο Μπαχ για τη φωνή τους σε καθένα από τα τρία έργα, ξεχωρίζουν για τη χαμηλόφωνη εσωστρεφή διάθεση και τη λιτότητα της γραφής. Συνεπώς, η επιτυχία της συναισθηματικής απόδοσης της μουσικής εναπόκειται πρωτίστως στις ικανότητες του εκάστοτε τραγουδιστή, όπως και στη συνεργασία του με κάποιο ξεχωριστό σολιστικό όργανο, όπου το προβλέπει ο συνθέτης.
Ως προς το δεύτερο σκέλος, καθοριστική υπήρξε η παρουσία του Μίχαελ Νίζεμαν, μουσικού ο οποίος με ιδιαίτερα ποιητικό τρόπο έπαιξε όμποε, «κυνηγετικό» όμποε («da caccia») και όμποε «της αγάπης» («d’ amore»), συνοδεύοντας αρχικά την Κρόνιν, στη συνέχεια τη Βέλε, τόσο στη δεύτερη καντάτα όσο και στο Ορατόριο. Εξίσου μαγική υπήρξε η Ρέιτσελ Μπέκετ, που έπαιξε φλάουτο σε έναν εκτενή διάλογο με την Κρόνιν στο Πασχαλινό Ορατόριο και στη συνέχεια, στο ίδιο έργο, έπαιξε φλογέρα μαζί με τον συνάδελφό της Ντέιβιντ Ουέστκομπ, συνοδεύοντας τον Χάνλι στη δική του άρια. Η βραδιά ολοκληρώθηκε εορταστικά, με τη λαμπερή απόδοση του τελικού χορωδιακού του Πασχαλινού Ορατορίου.

