Ενα από τα πρώτα ανοιξιάτικα απογεύματα Κυριακής στην Αθήνα, πριν από δύο εβδομάδες, ανηφορίσαμε τα σκαλάκια στα Αναφιώτικα, προσπεράσαμε τα καφενεία και τις ταβέρνες που ήδη είχαν γεμίσει με τουρίστες και φτάσαμε στην κορυφή τους, στην οδό Θόλου. Εδώ και 62 χρόνια στέκει ακόμη σε αυτόν τον γραφικό δρόμο της Πλάκας η «Απανεμιά», μία από τις ιστορικότερες μπουάτ της πόλης και η μόνη που έχει απομείνει στην περιοχή.
Πίσω από την πόρτα ακούγονταν μελωδίες εκρηκτικές, που μπέρδευαν τζαζ με φανκ και έντεχνο, αλλά και κάτι τελείως progressive. Η μπάντα «Ηρθαν τα ήμερα», μια παρέα 25άρηδων από τη Θεσσαλονίκη, έκανε πρόβα τα τραγούδια του πρώτου της άλμπουμ «Λαίμαργος Απρίλης», σε μουσική του Κωστή Παλαιογιάννη. Στο ίδιο ακριβώς πάλκο, την επόμενη μέρα, θα εμφανιζόταν ο γνωστός τραγουδοποιός Κώστας Χατζής, ο οποίος τραγουδά εκεί κάθε Δευτέρα.
«Το όραμά μου ήταν να παντρευτεί η παλιά γενιά με τη νέα. Να συναντηθεί το παλιό “Νέο Κύμα” με το σημερινό. Ετσι φτάσαμε μέσα στα χρόνια να έχουμε σε μια εβδομάδα τον Ξυδάκη, τον Κωνσταντίνο Βήτα, τον Λεωνίδα Μπαλάφα, τον Μπάμπη Στόκα κ.ά.», μας λέει ο συγγραφέας και στιχουργός Πάνος Δημητρόπουλος, ιδιοκτήτης της «Απανεμιάς» εδώ και 16 χρόνια.
Τον συναντήσαμε λίγο πριν ανοίξουν οι πόρτες για το καθιερωμένο λάιβ, στο υπόγειο της μπουάτ, ένα χώρο που μοιάζει με μικρό σαλόνι περασμένης εποχής, με σκάκι σε ένα τραπέζι και με την κάβα να βρίσκεται στον ίδιο χώρο. Εκεί, κάτω από τον ζεστό κίτρινο φωτισμό και τις φωτογραφίες του Καβάφη και άλλων ποιητών, οι μουσικοί κάνουν πρόβες, λένε αστεία και προετοιμάζονται πριν εμφανιστούν στο κοινό.
Φυτώριο καλλιτεχνών
«Ο χώρος αυτός δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί σαν φυτώριο ανερχόμενων καλλιτεχνών», σχολιάζει ο κ. Δημητρόπουλος, «παρόλο που έχει φιλοξενήσει μεγάλα ονόματα, η πόρτα του παραμένει πάντα ανοιχτή στους νέους που ταιριάζουν στο ύφος του και έχουν κάτι καινούργιο να μας προτείνουν και να μας διδάξουν. Στόχος είναι να έρχονται εδώ καλλιτέχνες κάθε ηλικίας, όχι μόνο οι ήδη γνωστοί – κάτι που συνάδει και με το ετερόκλητο ηλικιακά κοινό μας». Είναι από τα μέρη όπου δεν σου κάνει εντύπωση το να βλέπεις από ηλικιωμένους μέχρι και πολύ νεαρά άτομα να μοιράζονται την ίδια μουσική, την ίδια ατμόσφαιρα και συχνά το ίδιο τραπέζι. «Σημαντικό ρόλο σε αυτό είναι ότι πολλά παιδιά έχουν μάθει την μπουάτ από τους γονείς τους ή τους παππούδες τους. Εχουν κοινά ακούσματα μαζί τους και τους αρέσει το έντεχνο τραγούδι. Εχει τύχει παππούς να έρθει με τη 17χρονη εγγονή του και να ακούσουν μαζί μουσική», εξηγεί ο κ. Δημητρόπουλος.

Στη διάδοση της φήμης της «Απανεμιάς» στη Γενιά Ζ έχουν συμβάλει σημαντικά και τα σόσιαλ μίντια. «Βίντεο από αυτόν τον χώρο μας έχουν γίνει πολλές φορές βάιραλ, και έτσι έχουμε ορατότητα και στους νεότερους. Η ατμόσφαιρα είναι τόσο ιδιαίτερη, που πάντα κάποιος θα θελήσει να αποτυπώσει μια στιγμή. Αλλωστε, το λέμε συχνά τον τελευταίο καιρό, ότι οι νέοι αναζητούν τέτοια μέρη, αυθεντικά», αναφέρει ο ιδιοκτήτης.
«Πολλά παιδιά έχουν μάθει την μπουάτ από τους γονείς τους ή τους παππούδες τους. Εχει τύχει παππούς να έρθει με τη 17χρονη εγγονή του», αναφέρει ο Πάνος Δημητρόπουλος, ιδιοκτήτης της «Απανεμιάς».
«Επιλέξαμε να παρουσιάσουμε εδώ την πρώτη μας δουλειά, γιατί για εμάς είναι ένας χώρος ιστορικός, αλλά και γνωστός σε άτομα της ηλικίας μας που αγαπούν τη μουσική. Σημαντικό είναι, επίσης, ότι οι άνθρωποι που θα συναντήσεις είναι υποψιασμένοι, έρχονται για να ακούσουν και όχι απλώς για να πιουν», μας λέει ο Κωστής Παλαιογιάννης, λίγο πριν πάρει θέση πίσω από το μικρόφωνο. «Εδώ δεν συμβαίνει αυτό που επικρατεί στα περισσότερα μαγαζιά με λάιβ μουσική, δηλαδή το να μιλάνε όλοι και η μουσική να είναι στο περιθώριο».
Το ρολόι δείχνει εννιά και τέταρτο και οι περισσότεροι που έχουν ήδη φτάσει, παρατηρώ ότι βάζουν τα κινητά τους στο αθόρυβο. Φίλοι της μπάντας κάνουν πρώτα μια στάση στο υπόγειο για να πουν καλή επιτυχία και ανεβαίνουν πάλι πάνω, ενώ στον χώρο επικρατεί μία σχεδόν τελετουργική αναμονή, με παρέες που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους να μοιράζονται το ίδιο τραπέζι.
«Εδώ δεν υπάρχουν αποστάσεις. Ο ένας είναι δίπλα στον άλλο. Αυτό είναι η μπουάτ», μας λέει ο ιδιοκτήτης για τον χώρο δίπλα στη σκηνή, που χωράει μόλις 70-80 άτομα. «Ο χώρος, όπως επιβάλλει και η κατηγορία του είδους του, είναι μικρός και διατηρεί μια αίσθηση παλιάς εποχής. Το σίγουρο είναι ότι αν κάποιος θέλει να έρθει για να καθίσει άνετα, με τον τρόπο που έχει συνηθίσει ίσως σε μεγάλες πίστες, εδώ δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση». Τα τραπέζια, τα σκαμπό, η απόσταση από τη σκηνή, όλα είναι στριμωχτά. Εμείς αναγκαζόμαστε να παραμείνουμε σχεδόν δίπλα από τους μουσικούς, μαζί με δεκάδες άτομα που τους περικυκλώνουν αριστερά και δεξιά. «Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ιστορίας των μπουάτ: όταν οι άνθρωποι ακουμπάνε ο ένας τον άλλο, οι πολλοί γίνονται ένα. Και όταν συμβαίνει αυτό, δημιουργείται μια μαγική ατμόσφαιρα που δεν περιγράφεται αν δεν την έχεις νιώσει», σχολιάζει ο κ. Δημητρόπουλος.
Η ιστορία
Οι μπουάτ είναι γαλλικό φαινόμενο της αριστερής όχθης του Σηκουάνα και σε αυτές σύχναζαν οι πιο εναλλακτικοί και προοδευτικοί του Παρισιού. Ηταν μικρά μαγαζιά, τα οποία ονομάστηκαν boîte –«μικρό κουτί»– και φιλοξενούσαν καλλιτέχνες με ένα πιάνο ή μια κιθάρα, που τραγουδούσαν χωρίς μικρόφωνα σε ένα απόλυτα λιτό περιβάλλον. Το μοντέλο αυτό, σύμφωνα με τον κ. Δημητρόπουλο, έφτασε στην Αθήνα χάρη στον Γιάννη Σπανό τη δεκαετία του ’60.
Η «Απανεμιά» πρωτοάνοιξε από την τραγουδοποιό Μαίρη Δαλάκου και τον ποιητή Σπύρο Καμπάνη, με το όνομά της να προέρχεται από ομώνυμο ποίημα του τελευταίου. «Λειτουργούσε μόνο σαν ένα καλλιτεχνικό σημείο συνάντησης στην αρχή. Σέρβιραν βερμούτ και καφέ, ενώ σπουδαίοι άνθρωποι, όχι μόνο ερμηνευτές αλλά και ποιητές όπως ο Νίκος Καββαδίας, ήταν συχνοί θαμώνες. Ολοι μαζί συζητούσαν για τον στίχο, τον λόγο και τη μουσική».
Οι μπουάτ ήταν μικρά μαγαζιά, τα οποία ονομάστηκαν boîte –«μικρό κουτί»– και φιλοξενούσαν καλλιτέχνες με ένα πιάνο ή μια κιθάρα, που τραγουδούσαν χωρίς μικρόφωνα σε ένα απόλυτα λιτό περιβάλλον.
Από αυτό το μικροσκοπικό μαγαζί στην Πλάκα πέρασαν όλες οι γενιές μεγάλων μουσικών: ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Διονύσης Σαββόπουλος και φυσικά ο Γιάννης Σπανός, που μάλιστα εμφανιζόταν τακτικά εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι φωτογραφίες τους, μαρτυρώντας μια ιστορία 62 χρόνων που δεν έχει «παγώσει»· συνεχίζει να γράφεται και να προσθέτει νέους ανθρώπους.
«Ενα σκηνικό που δεν θα ξεχάσω είναι όταν σε μια βραδιά του Γιάννη Σπανού, ανέβηκε στη σκηνή ο Λεωνίδας Μπαλάφας με μια κιθάρα, είπε ένα τραγούδι και ο Μάνος Ελευθερίου χτυπούσε παλαμάκια, με το κοινό να συμμετέχει», μας αφηγείται ο κ. Δημητρόπουλος. «Εδώ μπορεί να καθίσεις τυχαία δίπλα σε κάποιον καλλιτέχνη ο οποίος γεμίζει στάδια στις συναυλίες του, να τραγουδήσεις μαζί του και να μιλήσετε σαν αυτό να συνέβαινε κάθε μέρα».
Ελληνική ταυτότητα
Παρότι βρίσκεται σε μία από τις πιο τουριστικές περιοχές της Αθήνας, η «Απανεμιά» δεν είναι από τα μέρη που θα βρει κανείς τυχαία σε έναν οδηγό πόλης. Οι λίγοι τουρίστες που τελικά την επιλέγουν, ανακαλύπτουν, όπως αναφέρει ο ιδιοκτήτης της, ένα χώρο που δεν μοιάζει με τίποτα από όσα έχουν δει στην πρωτεύουσα. «Παλιά δεχόμασταν γράμματα από όλο τον κόσμο, με τουρίστες που μας είχαν επισκεφθεί να μας ευχαριστούν για τη βραδιά που πέρασαν. Τώρα έρχονται μηνύματα στα social, γεμάτα ευγνωμοσύνη που μας βρήκαν στις διακοπές τους», σημειώνει.

Παρά την προσέλευση του κόσμου –δεκάδες από τους οποίους, όπως παρατηρήσαμε, κάθονταν απ’ έξω μόνο και μόνο για να ακούσουν τη μουσική– ο ίδιος δεν σκέφτηκε ποτέ να αλλάξει την ταυτότητα της μπουάτ, επεκτείνοντας τη σάλα ή προσθέτοντας άλλα είδη μουσικής στο πρόγραμμα. «Δεν μπορείς να αλλάξεις με το έτσι θέλω έναν τέτοιο χώρο. Θυμάμαι στη Νέα Ορλεάνη, στο στέκι που ξεκίνησε η τζαζ, δεν είχε ούτε καρέκλες. Ο κόσμος έμπαινε, καθόταν στο πάτωμα, άκουγε μισή ώρα και έφευγε. Αυτό προσπάθησα να διατηρήσω κι εδώ, τις δεκαετίες που αποτυπώνονται σε αυτούς τους τοίχους».
Στόχος του παραμένει, επίσης, η προστασία της ελληνικής μουσικής ταυτότητας της μπουάτ. «Σέβομαι την ξένη μουσική. Εδώ παίζονται και κάποια ξένα κομμάτια, αλλά σαφώς δεν κάνουμε αμιγώς αγγλόφωνες ή τζαζ βραδιές. Ο πυρήνας είναι πάντα το ελληνικό τραγούδι».
*Η ιστορική μπουάτ «Απανεμιά», που βρίσκεται στην οδό Θόλου 4 στην Πλάκα, ιδρύθηκε το 1964 και λειτουργεί αδιαλείπτως μέχρι και σήμερα.

