Μόσχα, 1974. Στο διαμέρισμα 58 του 15ου ορόφου ενός ουρανοξύστη στη λεωφόρο Βερνάντσκι η οικογένεια του Γιώργου Κωστάκη ετοιμάζεται να υποδεχθεί τον γερουσιαστή Τεντ Κένεντι και την κόρη του Τζον Φ. Κένεντι, Καρολάιν. «Εκτός από την καλύτερη βότκα είχαμε προμηθευτεί διάφορα ποτά, ακόμη και ουίσκι. “Τι θα πιείτε;” ρωτήσαμε τον υψηλό προσκεκλημένο. “Μια Cuba libre”, αποκρίθηκε ο Κένεντι. “Cuba libre;” αναρωτηθήκαμε εμείς. Είναι δυνατόν ένας Αμερικανός να θέλει μια “ελεύθερη Κούβα”;». Σαν ανέκδοτο περιγράφει στην «Κ» τη στιχομυθία του Κένεντι με την οικογένειά της η Αλίκη Κωστάκη, δεύτερη από τα τέσσερα παιδιά του Ελληνα συλλέκτη Γιώργου Κωστάκη, που ήταν παρούσα σε εκείνη την επίσκεψη. Τελικά ο γερουσιαστής προτίμησε τη βότκα εκείνο το βράδυ. «Στοιχηματίζοντας μάλιστα μαζί μου αν πίνεται με παγάκια ή σκέτη».

Η φήμη για το σπίτι-μουσείο του Κωστάκη με εκατοντάδες έργα κρεμασμένα από το δάπεδο έως το ταβάνι είχε ήδη εξαπλωθεί εκτός συνόρων της Σοβιετικής Ενωσης και ο Γιώργος Κωστάκης απολάμβανε να ξεναγεί τους πολυάριθμους επισκέπτες του και να μοιράζεται μαζί τους τις γνώσεις που είχε αποκτήσει για την πρωτοποριακή τέχνη – άγνωστη τότε ακόμη και στους ιστορικούς της τέχνης. «Μία από τις πρώτες αναμνήσεις μου συνδέεται με την επίσκεψη του Ιγκορ Στραβίνσκι, το 1962», αναφέρει η Αλίκη Κωστάκη. Ο σπουδαίος Ρώσος συνθέτης ήταν ο πρώτος που άφησε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο επισκεπτών, επιλέγοντας να εκφράσει τον θαυμασμό του όχι με λέξεις, αλλά με μια σειρά από μουσικές νότες. «Και ποιους άλλους να πρωτοθυμηθώ; Μικελάντζελο Αντονιόνι, Αντρέι Βάιντα, Αλμπερτ Σκίρα, Ντέιβιντ Ροκφέλερ, Μαρκ Σαγκάλ, Ανρί-Καρτιέ Μπρεσόν, Σβιατοσλάβ Ρίχτερ, που ήταν φίλος του πατέρα μου· πιο εύκολο είναι να ονομάσω όσους δεν είχαν επισκεφθεί το σπίτι μας παρά να απαριθμήσω όσους διάσημους επισκέπτες υποδεχθήκαμε, προέδρους κρατών, πολιτικούς, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες».
Μία από τις πρώτες αναμνήσεις μου συνδέεται με την επίσκεψη του Ιγκορ Στραβίνσκι, το 1962. Και ποιους άλλους να πρωτοθυμηθώ; Μικελάντζελο Αντονιόνι, Αντρέι Βάιντα, Αλμπερτ Σκίρα, Ντέιβιντ Ροκφέλερ, Μαρκ Σαγκάλ, Ανρί-Καρτιέ Μπρεσόν, Σβιατοσλάβ Ρίχτερ.
Συναντήσαμε την Αλίκη Κωστάκη στη Μονή Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη, σε ένα χώρο που έχει σχεδιαστεί για να μοιάζει με ένα δωμάτιο του σπιτιού τους στη Μόσχα, στο ισόγειο του MOMus – Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης, λίγο πριν εγκαινιαστεί η επετειακή έκθεση «Ο κόσμος της Πρωτοπορίας» στην Εθνική Πινακοθήκη με περίπου 300 έργα της συλλογής. Εκεί παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό η συλλογή του πατέρα της πριν από 30 χρόνια. Ζητήσαμε από την κ. Κωστάκη να ανακαλέσει στη μνήμη της τα παιδικά και νεανικά χρόνια της, τα βιώματά της πλάι στον πατέρα της, τον «τρελοέλληνα» όπως τον αποκαλούσαν τότε όσοι Μοσχοβίτες δεν κατανοούσαν το πάθος του να στοιβάζει στο σπίτι του έργα μιας ξεχασμένης τέχνης, πεταμένης σε αποθήκες και πατάρια.

«Συχνά παρομοιάζω τον Κωστάκη με τον Ερρίκο Σλήμαν», λέει. «Οπως ο Σλήμαν ανέσυρε τους θησαυρούς της Τροίας, έτσι και ο Κωστάκης έφερε στο φως τα κρυμμένα διαμάντια της Πρωτοπορίας. Η αφοσίωσή του σε αυτό το εγχείρημα διήρκεσε αρκετές δεκαετίες. Αναζητούσε έργα τέχνης παντού, έφθανε στην πηγή από στόμα σε στόμα με επιφυλάξεις, πολλές φορές υπό το βλέμμα των υπηρεσιών ασφαλείας. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι ο Κωστάκης στη σταλινική Ρωσία ήταν ξένος. Πολλοί δίσταζαν να έρθουν σε επαφή μαζί του καθώς οι καλλιτέχνες των έργων αυτών ήταν κυνηγημένοι και η τέχνη τους απαγορευμένη».

Γεννημένη το 1939, η Αλίκη Κωστάκη ήταν ακόμη παιδί όταν το 1947 ο πατέρας της, υπάλληλος τότε της πρεσβείας του Καναδά, έστρεψε το συλλεκτικό ενδιαφέρον του στην τέχνη πρωτοπόρων δημιουργών των δεκαετιών του 1910 και του 1920. Βίωσε όλη τη μυθιστορηματική διαδρομή της συλλογής και στην πραγματικότητα μεγάλωνε μαζί της, μοιράστηκε την αγωνία του για την τύχη των έργων στη Μόσχα και στην Ελλάδα. διαχειρίστηκε την πολύχρωμη κληρονομιά που άφησε μετά τον θάνατό του, το 1990, τη νομική διαδικασία της αγοράς της από το ελληνικό Δημόσιο, τη μεταφορά και την εγκατάσταση της συλλογής στη Θεσσαλονίκη (1998).

Από μικρή θυμάται την επίπονη προσπάθεια του πατέρα της να συγκεντρώνει με προσωπικές θυσίες «έργα που είχαν περιπέσει στην αφάνεια και στην περιφρόνηση», λέει. Παρά τις δυσκολίες, τα ατελείωτα κυνικά και σαρκαστικά σχόλια από φίλους και γνωστούς –«η οικογένεια δεν θα έχει καν χρήματα να τον θάψει», έλεγαν διάφοροι–, εκείνος παρέμεινε ακλόνητος στην αποστολή του, παθιασμένος με την τέχνη. «Ο πατέρας μου δεν ήταν μόνο ένας ιδιοφυής συλλέκτης, αλλά ιστοριοδίφης. Εκτός από τα ζωγραφικά έργα, τα αρχεία που διέσωσε είναι πολύτιμος θησαυρός. Το ένστικτό του πήγαζε από κάτι πολύ βαθύτερο: την έμφυτη αίσθηση για την ομορφιά. Αυτή τον καθοδηγούσε. Πίστευε ότι η τέχνη αυτή έπρεπε να σωθεί. Γιατί η αξία της Πρωτοπορίας, έλεγε, δεν αφορούσε μόνο τη Ρωσία, αλλά όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό το σπίτι μας ήταν πάντα ανοιχτό σε όποιον έδειχνε έστω και ένα αμυδρό ενδιαφέρον γι’ αυτή τη μορφή της τέχνης».
Το «λιώσιμο των πάγων»
Οταν πέθανε ο Στάλιν (1953), το κοινωνικοπολιτικό τοπίο της χώρας άρχισε να αλλάζει έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. «Η περίοδος αυτή, γνωστή στη Ρωσία ως “λιώσιμο των πάγων”, σημαδεύτηκε από την αποσταλινοποίηση, την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, την υποχώρηση της λογοκρισίας. Η πρωτοποριακή τέχνη δεν παρουσιαζόταν ακόμη επίσημα σε εκθέσεις, αλλά τα έργα της δεν απαγορεύονταν πλέον κατηγορηματικά», εξηγεί.
Το ένστικτό του πήγαζε από κάτι πολύ βαθύτερο: την έμφυτη αίσθηση για την ομορφιά. Αυτή τον καθοδηγούσε. Πίστευε ότι η τέχνη αυτή έπρεπε να σωθεί. Γιατί η αξία της Πρωτοπορίας, έλεγε, δεν αφορούσε μόνο τη Ρωσία, αλλά όλο τον κόσμο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα της συγκρατημένης αισιοδοξίας, πριν το ενδιαφέρον για τη Ρωσική Πρωτοπορία αρχίσει να δυναμώνει στη Δύση, ο Γιώργος Κωστάκης ήθελε να μοιραστεί το πάθος του με το κοινό. Κι αν η φιλόδοξη ιδέα του για τη δημιουργία ενός μουσείου είχε γίνει δεκτή στη Σοβιετική Ενωση, η συλλογή δεν θα είχε φθάσει στην Ελλάδα. «Ο πατέρας μου πρότεινε στην τότε υπουργό Πολιτισμού Γιεκατερίνα Φούρτσεβα να δωρίσει τη συλλογή στον δήμο Μόσχας, με σκοπό την ίδρυση ενός Μουσείου Πρωτοπορίας. Ομως, το σχέδιο αυτό δεν υλοποιήθηκε ποτέ, ίσως επειδή ήταν ακόμη νωρίς για μια τόσο τολμηρή πρωτοβουλία. Προς μεγάλη μου λύπη, κανένα τέτοιο μουσείο δεν υπάρχει στη Μόσχα ακόμη και σήμερα».

Αποφάσισε έτσι να μετατρέψει το σπίτι του σε μουσείο. «Η επιθυμία του αυτή έγινε πραγματικότητα το 1969 σε ένα νέο διαμέρισμα με μεγάλους, λευκούς τοίχους, άφθονο φυσικό φως και λιγοστά έπιπλα που αναδείκνυαν τη συλλογή. Εκεί ο πατέρας μου μπόρεσε επιτέλους να μοιραστεί το πάθος του με τον κόσμο. Απολάμβανε να αφηγείται ιστορίες για τους καλλιτέχνες, να μιλάει για τα καλλιτεχνικά κινήματα που “σκότωσε” ο σταλινισμός».

Οι επισκέπτες, Δυτικοί και Ρώσοι, άρχισαν να πληθαίνουν. Μαζί και οι πιέσεις των καθεστωτικών. «Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του Γιώργου Κωστάκη ένιωθα πάντα ένα βαθύ αίσθημα ευθύνης όχι μόνο για το μέλλον της συλλογής αλλά και για τη ζωή μας. Στις αρχές του 1970 έκλεψαν έργα από το σπίτι μας, ακολούθησε η πυρπόληση της ντάτσα μας στην Μπάκοβκα, όπου κάηκαν πίνακες. Εκείνη την περίοδο οι απειλές είχαν πυκνώσει, ο κίνδυνος να απελαθεί ήταν μπροστά μας. Ημασταν υπό διαρκή παρακολούθηση. Η κόρη μου δεν πήγαινε σχολείο για λόγους ασφαλείας κι εμείς ταξιδεύαμε πάντα χωριστά ώστε αν συμβεί οτιδήποτε στον έναν, να μείνει κάποιος στην οικογένεια. Εγώ πήρα τότε την απόφαση, πίεσα τον πατέρα μου να βρούμε μια λύση για τη συλλογή και να φύγουμε από τη χώρα. Ετσι προτείναμε τη διαίρεση της συλλογής αφήνοντας ένα μέρος της στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ». Στη Μόσχα άφησε τελικά 834 έργα και πήρε άδεια εξαγωγής για 1.300 έργα, καθώς και για το πλούσιο αρχείο τους.

Στον διαχωρισμό των έργων που έγινε το 1977, διευκρινίζει η Αλίκη Κωστάκη, «δεν αισθάνθηκε ποτέ πιέσεις για τα έργα που έπρεπε να αφήσει στη Ρωσία, καθώς οι ειδικοί της Τρετιακόφ δεν ήταν εμπειρογνώμονες στην πρωτοποριακή τέχνη. Ο ίδιος επέλεξε σκόπιμα να παραμείνουν στον τόπο τους μερικά από τα πιο σημαντικά αριστουργήματα, όπως η “Κόκκινη πλατεία” του Καντίνσκι, το “Πορτρέτο του Ματιούσιν” του Μαλέβιτς, “Οι κρίνοι της κοιλάδας” του Σαγκάλ, η “Εξέγερση” του Κλίμεντ Ρέντκο, για το οποίο όπως έλεγε “αν τον κρεμάσεις στον τοίχο και σταθείς δύο μέτρα μακριά, αρχίζεις να αισθάνεσαι μια λάβρα”. Ηταν κρεμασμένος στο δωμάτιο της κόρης μου, Κατερίνας. Ο πίνακας αυτός κουβαλάει όλη την ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης. Οταν έφευγε αυτό το έργο από το σπίτι, ο πατέρας μου έκλαιγε». Πολλά ήταν αγαπημένα του και από τα έργα που κράτησε, όπως θυμάται η κ. Κωστάκη. «Το “Κόκκινο φως” του Ιβάν Κλιούν, το “Μαύρο ορθογώνιο” του Μαλέβιτς. “Τα αγαπώ όλα σαν παιδιά μου”, έλεγε, “αλλά αν με ρωτήσετε ποια είναι η αγαπημένη μου καλλιτέχνις θα σας έλεγα η Λιουμπόβ Ποπόβα”».
Από τα γκουλάγκ στο σήμερα
Η Ρώμη ήταν ο πρώτος σταθμός όπου εγκαταστάθηκαν το 1977. Από εκεί ξεκίνησε η εκθεσιακή διαδρομή της συλλογής στην Ευρώπη και στην Αμερική, εκεί άρχισε και ο ίδιος να ζωγραφίζει. «Ενα από τα έργα του απεικονίζει το στρατόπεδο γκουλάγκ στην Κότλας. Είχε πάει, μια τολμηρή απόφαση, για να στηρίξει τον μικρότερο αδελφό του Δημήτρη, που είχε άδικα κατηγορηθεί ως Ελληνας πολίτης για κατασκοπεία». Ρίζωσαν τελικά στην Αθήνα που τους προσέφερε και συνεχίζει να τους προσφέρει «μια αίσθηση ασφάλειας και σιγουριάς, κάτι που πιθανότατα θα ήταν δύσκολο να παραδεχθούμε για τη Ρωσία σήμερα. Η Ρωσία είναι ο γενέθλιος τόπος, η πατρίδα μου, αλλά θλίβομαι βαθιά για όσα εκτυλίσσονται εκεί σήμερα. Νιώθω ότι η χώρα επέστρεψε πάλι στη σταλινική εποχή. Από εκεί δεν μου λείπει πραγματικά τίποτα – σίγουρα όχι η Μόσχα. Η πόλη έχει αλλάξει δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες. Για μένα μοιάζει πλέον με ένα υπερτιμημένο, φανταχτερό σκηνικό, φτιαγμένο αποκλειστικά για τουρίστες». Ο Κωστάκης έφυγε από τη ζωή το 1990 με το παράπονο πως το έργο της ζωής του δεν παρουσιάστηκε ποτέ στην πατρίδα του. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1995, πραγματοποιήθηκε η πρώτη παρουσίαση της συλλογής στην Εθνική Πινακοθήκη. «Η έκθεση υλοποιεί ένα όνειρο ετών», είχε τονίσει τότε η Αλίκη Κωστάκη. Η φιλόδοξη ιδέα ενός μουσείου που να στεγάζει το σύνολο της συλλογής έγινε τελικά πραγματικότητα στη Θεσσαλονίκη. Με απόφαση του τότε υπουργού Πολιτισμού Ευάγγελου Βενιζέλου η συλλογή αγοράστηκε έναντι 14,2 δισ. δραχμών (περίπου 40 εκατ. ευρώ) με δάνειο από την Εθνική Τράπεζα, που εξοφλήθηκε το 2010. H οικονομική αξία της σήμερα είναι δεκαπλάσια.

Το πολύτιμο φορτίο έφθασε στη Θεσσαλονίκη τη νύχτα της 5ης Οκτωβρίου 1998 και η αγορά ολοκληρώθηκε το 2000. Η άφιξη και η μόνιμη εγκατάσταση της συλλογής στο νεοϊδρυθέν Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (νυν MOMus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης) ήταν κινηματογραφικές. Περιπολικά είχαν περικυκλώσει τη Μονή Λαζαριστών όταν έφθασε το φορτηγό με τον καλλιτεχνικό θησαυρό πακεταρισμένο σε 72 μεγάλα κιβώτια και μπαούλα. Παρούσα σε εκείνη την επιχείρηση ήταν και η κόρη του συλλέκτη. Παρούσα από μακριά και διακριτικά παραμένει έως σήμερα.

«Θα ήταν ευτυχισμένοι»
«Ολα αυτά τα χρόνια στο ΜΟΜus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης η αφοσιωμένη ομάδα του, ιδιαίτερα η διευθύντριά του Μαρία Τσαντσάνογλου, έχει επιτελέσει σπουδαία δουλειά στη διαχείριση των έργων και του αρχείου. Συνεχίζει την κληρονομιά του πατέρα μου προωθώντας την τέχνη της Πρωτοπορίας παγκοσμίως, μια αποστολή που ξεκίνησε ο Κωστάκης στη Μόσχα το 1960-1970. Η μετεγκατάστασή της στο Φιξ, σε ένα ιδανικό μουσειακό περιβάλλον, θα ολοκληρώσει το όνειρο του Κωστάκη. Στο Γκούγκενχαϊμ ο πατέρας μου έλεγε: Αν προσκαλούσαμε τους καλλιτέχνες της Πρωτοπορίας, θα ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους. Το ίδιο θα έλεγα κι εγώ. Αν έβλεπε ότι η συλλογή του φροντίζεται με τόση αγάπη και αφοσίωση, θα επέστρεφε στον ουρανό πιο ευτυχής!».
*«Ο κόσμος της Πρωτοπορίας. Πόλη, φύση, σύμπαν, άνθρωπος» – Εργα από τη Συλλογή Κωστάκη του ΜΟΜus, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου.
Διάρκεια έκθεσης, έως τις 27 Σεπτεμβρίου 2026.

