Ο Στέλιος Διονυσίου είναι καλός λαϊκός τραγουδιστής, ωραίος χαρακτήρας και φίλος. Ετσι τον αισθάνομαι κι ας μην κάνουμε στενή παρέα. Εχουμε σμίξει όμως αρκετές φορές και καλλιτεχνικά και ανθρώπινα.
Οπως ήταν μοιραίο, από πιτσιρίκι μπολιάστηκε με το τραγούδι, και λίγο πριν φύγει ο τρανός πατέρας του απ’ τη ζωή, στις 11 Μαΐου 1990 σε ηλικία 54 ετών, πρόφτασε ως «θαμώνας» να τραγουδήσει μαζί του στο πάλκο του «οικογενειακού» κέντρου «Στράτος» στην οδό Φιλελλήνων.
Μια αυθόρμητη αλλά και συμβολική στιγμή που έκανε το δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλο του γονιού.
Το 1996 έρχεται η πρώτη δισκογραφική συμμετοχή του και την αμέσως επόμενη χρονιά ο πρώτος προσωπικός δίσκος. Τίτλος του, «Με Ονομα Βαρύ Σαν Ιστορία». Δημιουργοί ο Μάριος Τόκας και ο Φίλιππος Γράψας. Μεγάλες επιτυχίες το ομώνυμο τραγούδι (Θυμάμαι έναν πατέρα), το «Ψηλά τα χέρια», «Θα τη χωθώ σε κάποιο μπαρ».
Ο 20χρονος Στέλιος Διονυσίου γίνεται αστέρι πρώτης γραμμής, συμμετέχει σε λαμπερά νυχτερινά σχήματα, αλλά η πορεία του στη δισκογραφία δεν θα είναι ανάλογη, παρότι θα συνεργαστεί με καταξιωμένους επαγγελματίες ανήκοντας μάλιστα μέχρι και το 2003 σε μια μεγάλη εταιρεία όπως η Minos.
Ο Στέλιος Διονυσίου την τελευταία δεκαετία συμπράττει στο «Περιβόλι τ’ Ουρανού» με τον Χρήστο Νικολόπουλο και την Πίτσα Παπαδοπούλου. Νομίζω πως μέσα από την επαφή μαζί τους έχει βελτιώσει αρκετά τα ξεχωριστά ερμηνευτικά χαρίσματά του. Σήμερα, στην ωριμότητά του, με το τοπίο «αδειανό» στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού μπορεί να αναδειχθεί ακόμη περισσότερο ως μια σύγχρονη δύναμη. Και αξία έχει, και βίωμα, και εμπειρία, και επίσης «γράφει» στη σκηνή, «περνάει» στον κόσμο. Το μόνο που του λείπει είναι ένα τωρινό μεγάλο τραγούδι. Κι αυτό στις μέρες μας δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα.
Ολα αυτά βέβαια που αναφέρω δεν θα είχαν κανένα νόημα αν δεν υπήρχε ο αλησμόνητος Τόλης Βοσκόπουλος, φίλος και συνοδοιπόρος του Στράτου.

Ο λόγος στον Στέλιο Διονυσίου, από δημοσιευμένη συνομιλία μας πριν ο Βοσκόπουλος πει το στερνό αντίο:
«Ακόμα και σήμερα, όταν ο Τόλης με συναντά, με φωνάζει γιόκα του. Διότι μέχρι ενός σημείου κι εκείνος είναι η αιτία που βρίσκομαι στη ζωή. Τι είχε συμβεί. Κάνανε παρέα με τον μπαμπά και τη μαμά, κι όταν εκείνη έμεινε έγκυος, το σκεφτόντουσαν λίγο αν θα έπρεπε ξανά να μπουν στα βάσανα, όπως λέμε, κι αφού τα δυο μεγαλύτερά τους παιδιά τους ήταν πλέον στην εφηβεία. Εκεί η γνώμη του φίλου Βοσκόπουλου ήταν κάθετη… Γι’ αυτό και χαριτολογώντας με φωνάζει, παιδί του!».


