ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΛΜΠΑΤΗΣ
«Η νόσος των ουρητηρίων»
εκδ. Νήσος, 2026
σελ. 392
Η «Ασθενής Μηδέν» της ιδιότυπης νόσου που θα κυριεύσει ολόκληρο τον πλανήτη και θα καταλύσει κάθε έννοια κράτους, παραγωγικής διαδικασίας, εχθροπραξιών αλλά και επιθυμίας για χρήμα και εξουσία υπήρξε μια καθαρίστρια στα δημόσια ουρητήρια των υπεραστικών λεωφορείων του Κηφισού. Η ανύποπτη γυναίκα θα νιώσει την ξαφνική παρόρμηση να αγοράσει το «Είναι και Χρόνος» του Μάρτιν Χάιντεγκερ. Οι ταξιτζήδες, με τη σειρά τους, θα αφοσιωθούν στον κλασικό χορό, οι μπογιατζήδες στην ξυλογλυπτική, οι ποδοσφαιριστές στα χαϊκού. Αντισώματα θα εμφανίσουν μόνον οι καλλιτέχνες, τα παιδιά και οι νέοι μέχρι περίπου είκοσι πέντε ετών. Ο Μιχάλης Αλμπάτης θα αποτυπώσει την επέλαση της νόσου, εστιάζοντας σε δύο ζευγάρια: ένα ανοσιακό, δύο καλλιτεχνών –Κλυταιμνήστρα και Αγησίλαος– και ένα απλών μεροκαματιάρηδων – Αριστέα και Μπάμπης.
Η στρατηγική της καθολικής αισθητικοποίησης της πραγματικότητας αναδεικνύει εύστοχα τη ρευστότητα των ορίων μεταξύ υψηλής και λαϊκής κουλτούρας. Ο Αλμπάτης θα επινοήσει έναν κόσμο στον οποίο η τέχνη καθίσταται πανάκεια, για να υπαινιχθεί ότι «αν άξαφνα αντιστρέφαμε τον πόλο όλων των πραγμάτων, ο κόσμος δεν θα άλλαζε διόλου, μολονότι θα εμφανιζόταν ολότελα διαφορετικός». Οι νοσούντες θα αναχθούν σε «Καλλιτέχνες»: υπερφίαλοι, αλαφροΐσκιωτοι, εγκλωβισμένοι σε μια αέναη μέθεξη δημιουργίας με κωμικοτραγικά αποτελέσματα. Οι καλλιτέχνες, σε βαθιά κρίση ταυτότητας, αναλογιζόμενοι τι πραγματικά τους διαχωρίζει από τους αρρώστους, θα αναγκαστούν να καταλάβουν την εξουσία για να αποκαταστήσουν την τάξη.
Ο Αλμπάτης έχει γνωρίσει εμπορική επιτυχία, πρωτίστως γιατί αρνείται να υποκύψει στους μανιερισμούς της «σοβαρής» λογοτεχνίας: κατακερματισμός, ελλειπτικότητα, ασυνέχειες. Καταθέτει πάντοτε ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος. Εδώ, παρότι η γραφή του έχει απεκδυθεί την υπερφορτωμένη καλολογία, συνεχίζει να ταλανίζεται από στυλιστικές υπερβολές. Ο συγγραφέας υποσκάπτει την προσήνεια της πρόζας του δίνοντας διαρκώς την εντύπωση ότι ακκίζεται, όπως με τη συστηματική μετάθεση των ρημάτων στο τέλος της περιόδου, η οποία ουδόλως εδραιώνει κάποιο συνεκτικό υφολογικό ιδίωμα.

Το χάρισμα της αφήγησης τον ωθεί στη μεγαλορρημοσύνη, έτσι όπως παρασύρεται και παγιδεύεται σε δόκιμους επεξηγηματικούς πυρήνες, που όμως τείνουν να αυτονομούνται, δυναμιτίζοντας τον έλεγχο της αφηγηματικής οικονομίας. Το ότι δηλώνει, στην πρώτη περίοδο του μυθιστορήματος, πως το βιβλίο είναι «γραμμένο υπό τον πυρετό της Ασθένειας» και, άρα, ο συγγραφέας του δεν είναι καλλιτέχνης, αλλά «Καλλιτέχνης», ποσώς τον εξιλεώνει. Η μετα-αφηγηματική δήλωση δεν λειτουργεί ως αποτελεσματικός μηχανισμός αυτοαναίρεσης· αντιθέτως, ενισχύει την εντύπωση μιας εκ των προτέρων δικαιολόγησης της αμετροέπειας.
Η ακριβολογία και η αναλυτική δεινότητά του τον κάνουν να παραγνωρίζει τη σημασία αναγκαίων μεταβάσεων, των απαιτούμενων θερμοκρασιακών αυξομειώσεων, που προσδίδουν αδιατάρακτη ροή στο δραματουργικό διακύβευμα. Το μυθιστόρημα δεν είναι θεματικό πάρκο: ο καταιγισμός ακραίων καταστάσεων, η συναρμογή του φιλοσοφικού με το σκωπτικό, ή ακόμη και το γελοίο, μπορεί να καθηλώνουν τον αναγνώστη, αλλά στο τέλος τον αφήνουν ξέπνοο, με μια αίσθηση κενού. Ο Αλμπάτης επιδίδεται σε εξαίρετες περιγραφές, ενώ έχει τελειοποιήσει ακόμη περισσότερο τις ερωτικές σκηνές του, προσφέροντας, όπως ελάχιστοι Νεοέλληνες συγγραφείς, αξιοσημείωτη ισορροπία μεταξύ αισθησιασμού και εγκράτειας. Η κατάδυση, όμως, της έφηβης Ιοκάστης στο σύμπαν του σαδομαζοχισμού, παρότι άρτια δομημένη, φαντάζει περισσότερο σαν επίδειξη συγγραφικών ικανοτήτων παρά ως αναπόδραστη βαλβίδα σαρκικής και συναισθηματικής αποσυμπίεσης, εξαιτίας της αδιαφορίας του πατέρα της και της πίεσης της μητέρας της να εγκλιματιστεί στην κοινωνική της τάξη.
Η δραματουργική διαχείριση των χαρακτήρων παραμένει σε μεγάλο βαθμό σχηματική. Οι βασικοί ήρωες οργανώνονται γύρω από αναγνωρίσιμα αλλά τετριμμένα κοινωνικά και ψυχολογικά μοτίβα, διευκολύνοντας την ταύτιση εις βάρος της πολυπλοκότητας και της ερμηνευτικής εμπλοκής του αναγνώστη. Η Αριστέα, που δεν γνωρίζει τι είναι το οφσάιντ, που προσπαθεί να απελευθερωθεί από τα δεσμά της πατριαρχίας, αλλά μετά την επαναφορά στην κανονικότητα αναγνωρίζει στον Μπάμπη που πέρδεται «πως έτσι μυρίζει η ευτυχία». Ή ο γιος τους που, προβλέψιμα, εγκύπτει στη σαγήνη του manosphere. Οπως ακόμα και ο συγγραφέας Αγησίλαος, ο οποίος συνειδητοποιεί ότι «όσο κι αν αξίζανε κάποια από τα έργα της Τέχνης έναν θαυμασμό απεριόριστο, στους ίδιους τους καλλιτέχνες άρμοζε μόνο το στεφάνι της λύπησης, το καμωμένο από άχυρο, να στεφανωθούνε».
Το μυθιστόρημα αποτυπώνει ένα δημιουργό σε μεταβατικό στάδιο: η φιλοδοξία διεύρυνσης θεματικού και υφολογικού πεδίου είναι εμφανής. Παρά ταύτα, η προσκόλληση σε μια αδηφάγο λογική νοηματικής συμπερίληψης και η αδυναμία επιβολής πειθαρχίας στο υλικό λειτουργούν ανασταλτικά. Υπό αυτή την έννοια, η «Νόσος των ουρητηρίων» δεν αποτελεί τόσο κορύφωση, όσο ένδειξη μιας επίπονης, αλλά διακριτής πορείας προς τη συγγραφική ωριμότητα.

