Σέλφι στον κήπο του Τσέχοφ;

Ενα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχοφ υπάρχει ως προέκταση του έργου στη συνέχεια της δράσης του, η οποία ολοκληρώνεται με τον ήχο των τσεκουριών που κόβουν τις βυσσινιές

1' 56" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ενα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχοφ υπάρχει ως προέκταση του έργου στη συνέχεια της δράσης του, η οποία ολοκληρώνεται με τον ήχο των τσεκουριών που κόβουν τις βυσσινιές. Ο εργολάβος Λοπάχιν –από γιος μπακάλη έχει καταφέρει να αγοράσει σε πλειστηριασμό τον βυσσινόκηπο της καταχρεωμένης Αντρέγεβνα, για να χτίσει σπιτάκια για τουρίστες– θα ζήσει τον μύθο του στον βυσσινόκηπο για λίγο, μόλις δεκατέσσερα χρόνια. Το έργο γράφτηκε το 1903 και όπως μας θυμίζει η Ερι Κύργια, δραματολόγος της φετινής παράστασης στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 «το επόμενο κεφάλαιο της Ιστορίας θα βρει τον Λοπάχιν διωγμένο, ίσως εξορισμένο, πιθανόν αποκεφαλισμένο και σίγουρα απόκληρο».

Από τα 20 μου, ο «Βυσσινόκηπος» ήταν το έργο του Τσέχοφ με το οποίο παθιαζόμουν περισσότερο· το έργο του οποίου «ψαχούλευα» συχνότερα τους ήρωες: τον ιδεαλιστή «αιώνιο» φοιτητή Πέτια Τροφίμοφ· την ψυχοκόρη-οικονόμο του σπιτιού Βάρια, που υπηρετεί το καθήκον της χωρίς ανταμοιβή, αδυνατώντας να πάρει στα χέρια της την προσωπική της ζωή· την αριστοκράτισσα Αντρέγεβνα, που πετάει τα λεφτά της αλόγιστα, σαν χωρίς αύριο.

Και τον άκρως παρεξηγημένο Λοπάχιν. Παρότι καταστρέφει τον βυσσινόκηπο για τα κέρδη, ο Τροφίμοφ τού ομολογεί: «Εγώ πάντως, σ’ αγαπώ. Εχεις δάχτυλα λεπτά, τρυφερά, δάχτυλα καλλιτέχνη και μια λεπτή και τρυφερή ψυχή» (σπουδαία η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, που χρησιμοποιείται στην πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση του Εθνικού).

Πρόσωπα αφημένα στον άνεμο της Ιστορίας, βουλιάζουν στην αυτοαναφορικότητά τους. Προσκολλώνται άλλος στην ελαφρότητα, άλλος στο καθήκον ή στην καταξίωση, ο τρίτος στις ιδέες που «εξυπηρετούν» τη δική του μαλθακότητα. Προσπαθώντας να σωθούν από τις ριπές των αλλαγών της ζωής, αρνούνται να δουν την πραγματικότητα, να αντιμετωπίσουν τα δύσκολα και, ουσιαστικά, την ενηλικίωση, που έρχεται επώδυνα.

«Ο “Βυσσινόκηπος” είναι η πραγματικότητα που διαρκώς φέρνει και παίρνει, που αποδεικνύει τα χαμένα όνειρα του εγώ», παρατηρεί η Ερι Κύργια. Το δυστύχημα για τους ήρωες του «Βυσσινόκηπου» είναι πως, ενώ η επιστήμη της ψυχανάλυσης εδραιώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Φρόιντ, τότε η ψυχανάλυση δεν ήταν απαραίτητο μέρος της ζωής όπως τώρα, για να τους βοηθήσει να μπορέσουν να δουν τη ζωή τους με την αλαφράδα και το πικρό χιούμορ που είχε ο Τσέχοφ. Είναι, όμως, δύσκολο να ενηλικιωθούμε, να εξοικειωθούμε με τα τραύματα και την αποτυχία, όταν εμείς θέλουμε να αποτυπώσουμε τη ζωή μας σαν μια καρτ ποστάλ με φόντο έναν ανθισμένο βυσσινόκηπο, σαν μια φιλτραρισμένη σέλφι.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT