«Η ελπίδα είναι ένα “σφάλμα”. Ενα σφάλμα που αναμένουμε, ελπίζουμε να γίνει. Είναι το απρόβλεπτο μέσα σε έναν προβλέψιμα σκοτεινό κόσμο και είναι το τελευταίο στήριγμα που μας απομένει», είπε μεταξύ άλλων ο Λάζλο Κρασναχορκάι στην ενδιαφέρουσα συζήτηση με τίτλο «Η ελπίδα ως σφάλμα; Λογοτεχνία και πολιτική στη σκοτεινή Ευρώπη», που διοργανώθηκε το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου στο πλαίσιο του πρώτου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας. Ο νομπελίστας συγγραφέας τίμησε με την παρουσία του τη διοργάνωση και γέμισε μέχρι τελευταίου καθίσματος το αμφιθέατρο «Μιλτιάδης Εβερτ» της Τεχνόπολης στις εμφανίσεις του, ενώ αρκετός κόσμος έμεινε να παρακολουθεί τις εκδηλώσεις στη γιγαντοοθόνη απέξω.
Γενικώς, σε μια πρώτη διοργάνωση με ομολογουμένως εντυπωσιακή ομάδα καλεσμένων συγγραφέων –ανάμεσά τους και ο φετινός νικητής του βραβείου Booker, Ντέιβιντ Σολόι– η μορφή του Κρασναχορκάι δέσποσε και με έναν τρόπο μάλλον ενέπνευσε και τους συνομιλητές του. Στη συζήτηση του Σαββάτου, ο ιστορικός και επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κωστής Καρπόζηλος έλαβε αφορμή από το μυθιστόρημα «Herscht 07769» του Ούγγρου συγγραφέα προκειμένου να ανοίξει το ζήτημα του σύγχρονου πολιτικού αυταρχισμού, ο οποίος ευδοκιμεί και στην πατρίδα του Κρασναχορκάι. Αλλωστε και ο τελευταίος έχει σχολιάσει καυστικά το φαινόμενο, ιδιαίτερα στο τελευταίο του έργο με τίτλο «Πάει και το Φραντζολάκι».
«Δεν φτάνει να ονομάσεις κάποιον φασίστα και να προσπαθήσεις να τον κατανοήσεις. Ούτε είναι θέμα έλλειψης μόρφωσης, η ημιμάθεια είναι που οδηγεί στον φασισμό. Μιλάμε για κάποιον ο οποίος ζει σε μια απέραντη ομίχλη, δεν βλέπει καθόλου ουρανό και έχει ανάγκη μια σανίδα σωτηρίας· η επιθετικότητα που βγάζει είναι μια συναισθηματική αντίδραση», είπε ο Κρασναχορκάι, ενώ στο ερώτημα «Συζητάμε με τον φασίστα;» του προέδρου της Τεχνόπολης, Κωστή Παπαϊωάννου, η απάντησή του ήταν άμεση και αυθόρμητη: «Ακατόρθωτο, είναι πολύ αργά».
«Ακόμα και η ίδια η Αποκάλυψη είναι μια διαδικασία, πάντα είμαστε υπό κρίση. Το ζήτημα είναι να χτίσουμε έναν πολιτισμό που να είναι σε θέση να μας προστατεύσει από αυτή τη φρίκη». Λάζλο Κρασναχορκάι
Στην κουβέντα συμμετείχε επίσης η διακεκριμένη Γερμανίδα συγγραφέας και πολεμική ανταποκρίτρια Καρολίν Εμκε, η οποία επισήμανε ότι σήμερα «ένα ολόκληρο τεχνολογικό σύστημα δουλεύει ώστε να μην υπάρχει περιθώριο λάθους, αποτυχίας και (τελικά) ελπίδας. Η ελπίδα είναι κάτι για το οποίο πρέπει να δουλέψουμε», συμπλήρωσε, αναφερόμενη στην κοινωνικοπολιτική διάσταση του όρου. Ο κ. Καρπόζηλος από την πλευρά του μίλησε για «ιστορικά προσδιορισμένη αμηχανία να πούμε κάτι συγκεκριμένο σχετικά με την ελπίδα», ενώ το αντίθετό της αναλύεται διεξοδικά.
Εν κατακλείδι, ο Λάζλο Κρασναχορκάι, απαντώντας σε μια αποστροφή του κ. Παπαϊωάννου περί του περίφημου «τέλους της Ιστορίας» – φράση τρομερά αλαζονική κατά τον ίδιο, είπε: «Πάντα υπάρχει ένα τέλος. Ομως ακόμα και η ίδια η Αποκάλυψη είναι μια διαδικασία, πάντα είμαστε υπό κρίση. Το ζήτημα είναι να χτίσουμε έναν πολιτισμό που να είναι σε θέση να μας προστατεύσει από αυτή τη φρίκη».
Οπως είπαμε, ο Ούγγρος λογοτέχνης βρέθηκε και την Παρασκευή στην Τεχνόπολη, για να υπογράψει τα βιβλία του σε πλήθος κόσμου που περίμενε υπομονετικά στην ουρά, ενώ νωρίτερα είχε άλλη μια ενδιαφέρουσα κουβέντα με την κριτικό του New Yorker και ακαδημαϊκό Μερβ Εμρε. «Νομίζω ότι υιοθετώντας αυτόν τον τρόπο, ερχόμουν ολοένα πιο κοντά στη χρήση της κοινής γλώσσας. Αν κάποιος θέλει να πει κάτι σημαντικό, π.χ. ένας άνδρας σε μια γυναίκα ότι είναι ερωτευμένος μαζί της· μια τέτοια ομολογία δεν μπορούμε να την κόψουμε σε μικρές σύντομες προτάσεις. Η ταχύτητα, λοιπόν, έχει και μια μεταφορική έννοια. Στα πρώτα δύο-τρία βιβλία δεν αισθάνθηκα ακόμα την ανάγκη να έχω αυτή τη ζωντανή γλώσσα, όμως σταδιακά δεν με ικανοποιούσε», ανέφερε ο Κρασναχορκάι σχετικά με τη χαρακτηριστική του πρόζα.
Οταν η συζήτηση άνοιξε θεματικά στον σημερινό κόσμο, εκείνος δήλωσε αρχικά πως αισθάνεται κάποια λύπη για τη μοίρα των νέων ανθρώπων, που καλούνται να ζήσουν και να δημιουργήσουν σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ενώ μοιράστηκε ένα αγαπημένο του μότο: «Ο νέος που δεν εξεγείρεται δεν έχει καρδιά, ενώ ο γέρος που το κάνει είναι μάλλον γελοίος». Μίλησε επίσης για τη σχέση μας με τη φύση που έχει διαταραχθεί και για την απειλή που συνιστά η κλιματική κρίση. Η τέχνη όμως στην οποία επανήλθε ξανά και ξανά ήταν η μουσική· από την αγάπη για τον Μπαχ, η οποία καθόρισε ολόκληρη τη ζωή του, μέχρι την παλιότερη διαμονή του σε ένα μικρό χωριό της Κρήτης. Εκεί, όπως μας είπε, στη διάρκεια κάποιας πασχαλινής γιορτής, ερωτεύθηκε την κρητική μουσική και ιδιαίτερα το λαούτο, το οποίο μάλιστα αργότερα φρόντισε να αποκτήσει και να μάθει να παίζει.

