Τον βρίσκεις πάντα στο τηλέφωνο, κρυμμένο πίσω από στοίβες χαρτιών. Στο τασάκι τα αποτσίγαρα ξεχειλίζουν. Λέει πράγματα όπως: «Μου υποσχέθηκες ότι θα μου έχεις τα πρώτα κεφάλαια μέχρι τα Χριστούγεννα. Μπήκε Μάρτιος». Και μετά: «Τι να κάνω που σε αγαπάω». Κατόπιν βάζει ένα ποτήρι ουίσκι κι ας είναι 10 το πρωί. Γιατί τους αγαπάει τους συγγραφείς του μεν, αλλά οι λογαριασμοί τρέχουν. Οχι ότι αγαπώ τις ταινίες, αλλά κάπως έτσι είχα πλάσει στο μυαλό μου έναν λογοτεχνικό ατζέντη. Το συνειδητοποίησα όταν είδα να καταφθάνει στο ραντεβού μας η Κατερίνα Φράγκου, διευθύντρια του πρακτορείου Ιρις. Καμία σχέση με το στερεότυπο του βραχύσωμου, ταλαιπωρημένου τύπου που η μοίρα τον έριξε να εκπροσωπεί ιδιοσυγκρασιακούς συγγραφείς. Κατ’ αρχήν ήταν γυναίκα.
Τριάντα ένα χρόνια κλείνει σε αυτή τη δουλειά, από το 1995. Αγνωστο ήταν τότε το επάγγελμα στην Ελλάδα και άγνωστο παραμένει. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν μόλις άλλα 1-2 γραφεία, αν και η Φράγκου είναι ίσως η μόνη που σε περιπτώσεις εμπλέκεται στρατηγικά ακόμα και πριν από τη σύλληψη του έργου. «Οι ατζέντηδες είμαστε οι αόρατοι άνθρωποι του βιβλίου. Φανταστείτε ότι πολλοί θεωρούν ότι δεν θα έπρεπε καν να πληρωνόμαστε για τη δουλειά που κάνουμε!».
Η ιδέα για την ίδρυση ενός πρακτορείου της ήρθε ολοκληρώνοντας τις σπουδές της στη Γαλλία: συγκριτική λογοτεχνία, γαλλική φιλολογία, κοινωνιολογία τέχνης, τεχνική μετάφρασης. «Σκεφτόμουν τι δουλειά μπορώ να κάνω, που να έχει σχέση με τα βιβλία. Είχα μια αγάπη στα βιβλία από παιδί. Ο,τι βιβλίο είχαμε στο σπίτι το είχα διαβάσει. Εκαναν δώρα βιβλία στον μεγαλύτερο αδερφό μου και τα διάβαζα κι αυτά. Στα 12 είχα διαβάσει Κάφκα».
Η εκκίνηση
Η πρώτη έδρα του «Ιρις» ήταν στο Παρίσι. Η βασική δουλειά της τότε ήταν να παρουσιάζει ελληνικά βιβλία σε Γάλλους εκδότες και το αντίστροφο. «Εγώ τότε διάλεγα βιβλία, τα διάβαζα και προσπαθούσα να τα προωθήσω για μετάφραση στους εκδότες. Τότε πηγαινοφέρναμε βιβλία σε βαλίτσες, χέρι με χέρι». Κατάφερε να βγάλει έναν μισθό μετά τον πέμπτο χρόνο διαδρομών. «Ποια μπορεί να είναι η αμοιβή για να διαβάσεις ένα βιβλίο, να το περιγράψεις σε κάποιον που αν τελικά το πάρει, θα το βγάλει μετά από ένα χρόνο και θα πουλήσει 500 αντίτυπα; Δεν μπορείς να ζήσεις από αυτό».

Ωστόσο ήταν καλή στη δουλειά της, κι αυτό κάποια στιγμή απέδωσε. «Εγώ ξεκίνησα με τον Ευγένιο Αρανίτση από τη λεγόμενη γενιά του ’80, κι έπειτα με τους συγγραφείς της δεκαετίας του ’90, Τατσόπουλο, Ταμβακάκη, Χωμενίδη. Αυτοί ήταν οι πρώτoι που παρουσίασα. Εκδόθηκαν (σ.σ. στο εξωτερικό) οκτώ χρόνια αργότερα ο Αρανίτσης και πιο γρήγορα ο Χρυσόπουλος, ο Μάρκαρης και ο Χωμενίδης. Αυτές ήταν οι πρώτες μου επιτυχίες. Και ο Μάρκαρης ήταν η πιο διεθνής γιατί έφυγε από εμένα σε πέντε χώρες. Γαλλία, Τουρκία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία…».
Ξεκίνησα με τον Ευγένιο Αρανίτση από τη λεγόμενη γενιά του ’80, κι έπειτα με τους συγγραφείς της δεκαετίας του ’90, Τατσόπουλο, Ταμβακάκη, Χωμενίδη. Αυτοί ήταν οι πρώτoι που παρουσίασα.
Οι αρνήσεις πολλές. «Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κατά κανόνα τα ελληνικά βιβλία έχουν ελάχιστη εμπορική επιτυχία στο εξωτερικό. Οπως εμείς δεν αγοράζουμε Βουλγάρους, Τσέχους, Πορτογάλους ιδιαίτερα, έτσι και οι άλλοι δεν αγοράζουν Ελληνες». Δεν είναι η έλλειψη περιέργειας για την Ελλάδα των ξένων αναγνωστών, αλλά συχνά η πλημμελής προώθηση από μέρους των ξένων εκδοτών.
«Παντού οι εκδότες εκδίδουν πολλά βιβλία και δεν μπορούν να τα φροντίσουν όλα. Τα “ρίχνουν” στην αγορά κι όποιο δεν δείχνει να βρίσκει το κοινό του, το αφήνουν στην τύχη του». Πρόκειται βεβαίως και για πολιτικό και πολιτισμικό θέμα. «Στο εξωτερικό επικρατεί μια στερεοτυπική εικόνα της Ελλάδας. Οταν παρεκκλίνει από αυτήν που διαβάζουν, απομακρύνει τους εκδότες από μια θετική απόφαση έκδοσης. Ουσιαστικά δεν είμαστε αρκετά εξωτικοί, δεν είμαστε αρκετά διαφορετικοί, κάποιες πλευρές της κοινωνικής μας ζωής φαίνονται κάπως παλαιές, δεν προτείνουμε κάτι καινούργιο και κυρίως δεν έχουμε πολλή χαρά στα βιβλία μας. Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης μόνο υπήρξε λίγο μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ήθελαν να δουν πώς ζούμε επειδή σκέφτονταν ότι το ίδιο θα συνέβαινε και στις χώρες τους. Η λογοτεχνία μας όμως δεν ήταν η περιγραφή που ήθελαν».
Δίπλα στον συγγραφέα
Ακόμα κι αν ο εκδότης κινητοποιηθεί, πάλι μπορεί να μην «κάτσει». «Ο παράγοντας τύχη είναι ένα βασικό συστατικό. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να πεις γιατί ένα βιβλίο δεν πάει καλά. Φυσικά, υπάρχουν και βιβλία εντελώς “εθνικά”, που έχουν τεράστια επιτυχία στο εσωτερικό και δεν βγαίνουν ποτέ πουθενά». Σταδιακά, εκτός από το να προσπαθεί να βγάλει «έξω» συγγραφείς, άρχισε να κάνει και το λεγόμενο «primary management», στρατηγική καθοδήγηση. «Το να είμαι εκεί, δίπλα στον συγγραφέα, ακόμα και πριν τη συγγραφή του βιβλίου, ήρθε αρκετά αργότερα, με πρώτο συγγραφέα τον Γιώργο Γλυκοφρύδη που είχα τότε εκπροσωπήσει και είχε βγει στη Νεφέλη». Μολονότι στο εξωτερικό φυσικά είναι εκ των ων ουκ άνευ για έναν συγγραφέα το να έχει ατζέντη, δεν είναι καθόλου διαδεδομένος αυτός ο ρόλος στη χώρα μας. «Με τα ελληνικά νούμερα, τις δύο, τρεις, πέντε, είκοσι χιλιάδες πωλήσεις πώς θα ζήσει ο συγγραφέας για να πληρώσει και ατζέντη;».
Είναι όμως και θέμα νοοτροπίας. «Στην Ελλάδα οι συγγραφείς, οι παλαιότεροι και πολλοί από τους νεότερους δεν αφήνονται, δεν ζητούν τη συμβουλή ενός ατζέντη», λέει η κ. Φράγκου. «Πολλά βιβλία αν είχαν μια καλύτερη επιμέλεια, μια δημιουργική διαδικασία, θα μπορούσαν ευκολότερα να εκδοθούν και στο εξωτερικό. Ο ατζέντης δεν γράφει τα βιβλία, δεν κάνει rewriting και δεν χρειάζεται να παρεμβαίνει πραγματικά στο υλικό. Οι συγγραφείς χρειάζονται κάποιον που να μην είναι από τον στενό τους κύκλο για να δουν πώς λειτουργεί αυτό που έχουν προσπαθήσει να κάνουν. Μέσα από κάτι τέτοιες γόνιμες διαδικασίες εκδίδονται και τα βιβλία που μεταφράζονται σε όλο τον κόσμο».
Ο ατζέντης δεν γράφει τα βιβλία, δεν κάνει rewriting. Οι συγγραφείς χρειάζονται κάποιον που να μην είναι από τον στενό τους κύκλο για να δουν πώς λειτουργεί αυτό που έχουν προσπαθήσει να κάνουν.
Από όσους έχουν ατζέντη, σήμερα, οι περισσότεροι τον/τη συμβουλεύονται κυρίως για το ποιον εκδότη να επιλέξουν, ώστε το βιβλίο τους να μη χαθεί στη θάλασσα των βιβλίων που εκδίδονται. Είναι απίστευτο πόσα βιβλία καταπίνει αυτή η φουρτούνα. Ο Μιχάλης Αλμπάτης, για παράδειγμα, είχε πάει το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» σε 15 εκδότες πριν το φέρει στην Κατερίνα. «Μου είπε “εγώ πιστεύω σε αυτό το βιβλίο, αλλά έχω 15 αρνήσεις”. Πολλοί έρχονται σε εμάς για αυτόν τον λόγο. Συχνά απαντώ ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Στην περίπτωση του Μιχάλη όμως επρόκειτο για ένα διαμαντάκι που είχε πέσει στις ρωγμές». Το περιθώριο των εκδοτών που είχαν απομείνει ήταν στενό. Επέλεξαν μαζί τις εκδόσεις Νήσος που έως τότε δεν είχαν ξαναβγάλει λογοτεχνία. Το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ. Εχει πουλήσει 28.000 αντίτυπα. «Υπάρχουν πολλές τέτοιες ιστορίες». Η σχέση συγγραφέα και ατζέντη έχει κάτι κινηματογραφικό, αυτό δεν μου το βγάζεις από το μυαλό. «Η δουλειά μου δεν είναι να εκπροσωπώ τους φίλους μου, αλλά οι συγγραφείς μου γίνονται φίλοι μου», θα πει εκείνη.
«Σου λέει τις σκέψεις της χωρίς να μασάει τα λόγια της»
Ο Μίνως Ευσταθιάδης, συγγραφέας του «Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους» (εκδόσεις Μεταίχμιο), για το οποίο του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2025, είχε συναντήσει προηγουμένως δυσκολία να βρει εκδότη. «Πριν από 8 χρόνια είχα γράψει τον “Δύτη” αλλά έβρισκα μόνο κλειστές πόρτες», λέει στην «Κ». «Μια φίλη μεταφράστρια τότε μου πρότεινε να το στείλω στην Κατερίνα». Περίμενε μήνες για μια απάντηση. «Η Κατερίνα έχει ένα καλό και ένα κακό. Το καλό είναι ότι επειδή είναι η μοναδική στην Ελλάδα απευθύνονται όλοι σ’ αυτήν και το κακό είναι ότι… απευθύνονται όλοι σ’ αυτήν», λέει χαριτολογώντας. «Περιέργως διάβασε και το δικό μου και της άρεσε». Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ικαρος και εκδόθηκε επίσης σε Γαλλία, Αίγυπτο και αλλού.

Η πρώτη απάντηση και για το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» ήρθε ύστερα από μήνες, λέει στην «Κ» ο Μιχάλης Αλμπάτης. «Ελαβα μέιλ με τις επισημάνσεις της. Θεώρησα ότι το απέρριπτε και της απάντησα ευχαριστώ που το διαβάσατε. Οχι, μου απαντάει, θα ήθελα να συνεργαστούμε». Είχαν προηγηθεί ένα κάρο αρνήσεις. «Υπογράψαμε Οκτώβριο, Ιούνιο βρέθηκε εκδότης. Αλλιώς ακόμα θα ήταν στο συρτάρι μου».
Είναι απίστευτο το πόσα φοβερά αριστουργήματα έχουν ξεμείνει σε συρτάρια εκδοτών, αδιάβαστα ή προχειροδιαβασμένα. Ούτε ο «Οδυσσέας» του Τζόις έβρισκε εκδότη. «Εντάξει αν παράπεφτε ο “Δύτης” θα ήταν μικρό το κακό», γελάει ο Ευσταθιάδης. «Αλλά εκεί που θα ’μενε στα αζήτητα έφτασε να το διαβάσουν 20.000 άνθρωποι». Στην Ελλάδα όμως λίγοι συγγραφείς έχουν ατζέντη. «Είναι πολύ μικρός ο χώρος από οικονομικής πλευράς. Πώς να επιζήσει ένας ατζέντης, εδώ ο συγγραφέας δεν μπορεί», αναφέρει ο Ευσταθιάδης που είναι νομικός και ασχολείται επαγγελματικά με το σερφ. Ο ίδιος εκμυστηρεύεται πάντα στην ατζέντισσά του τις ιδέες του για τα επόμενα βιβλία. «Είναι από τους πρώτους αναγνώστες φυσικά. Εχει πολύ καθαρή ματιά και σου λέει τις σκέψεις της χωρίς να μασάει τα λόγια της. Πολλοί αποφεύγουν να το κάνουν αλλά είναι σαν να παίζεις βιολί, να κάνεις λάθη και να μη σ’ το λένε».

