Σε εκείνα τα ρευστά όρια ανάμεσα στον Περισσό και στη Ριζούπολη, σε εκείνο το κομμάτι προς τη λεωφόρο Ηρακλείου, η περιπλάνηση στα στενά θα φέρει εικόνες από μικρά σπίτια και ξεχασμένες γωνιές ανάμεσα σε πολυκατοικίες και βιοτεχνικά κτίρια. Οταν σκέφτομαι τη Ριζούπολη, φέρνω στον νου τον Απόλλωνα Αθηνών και το γήπεδο που όλοι στα παιδικά μας χρόνια είχαμε συνυφασμένο με εκείνη την περιοχή πάνω από τα Πατήσια. Ο Απόλλων Αθηνών, όπως λεγόταν παλιά ο ιστορικός Απόλλων Σμύρνης, με έτος ιδρύσεως το 1891, υπήρξε και αυτός ένας θρύλος, όπως θρυλική ήταν και η αναφορά στη «Ριζούπολη», που ήταν ωστόσο μια κανονική γειτονιά με τα όμορφα σπίτια της και τους ήσυχους δρόμους της.

Εκείνο το αλλοκαιρινό χαρμάνι που είχε και αντηχήσεις από το εργοστάσιο «Θερμίς» και σκιές από το αχανές Β΄ Νεκροταφείο, περιτοιχισμένο σαν αρχαία οχύρωση, γεννούσε εκείνη την αδιόρατη επιθυμία για εξερεύνηση σε μια γειτονιά που ώς τον Μεσοπόλεμο ήταν εξοχή, αγροί με σκόρπιες κατοικίες. Με πρώτο οικιστή τον Ιωάννη Ριζόπουλο και με τις ευκαιρίες των νέων οικοπέδων, η Ριζούπολη εξελίχθηκε με εκείνη τη μείξη της προσφυγικής και της βιομηχανικής ζωής, με νησίδες ήρεμης αστικότητας, και ξέφωτα χέρσας γης. Ενα τοπίο που σταδιακά το ρουφούσε η πόλη…
Περπάτησα ένα κομμάτι της συνοικίας, προς την οδό Πιτυούντος, από τον σταθμό του Περισσού προς την ενδοχώρα της Ριζούπολης. Υπήρχαν στιγμές απόλυτης γαλήνης, όπως και δρόμοι ολόκληροι που αποκάλυπταν κεφάλαια μιας περασμένης ζωής, σε μοναχικές προσόψεις, σε πίσω αυλές, σε ρημαγμένα προσφυγικά, σε γωνίες με κλειστά πλέον καταστήματα ψιλικών, έρημα, με επιγραφές ξεχασμένες και τέντες ξεβαμμένες από τον χρόνο…

Πάντως, περπατούσα και κάθε τόσο έβλεπα κάτι που θεωρούσα πηγή συγκίνησης, όπως τα διαβρωμένα ξύλινα στόρια της δεκαετίας του ’50 στην οδό Ζήλων 24, παράλληλη της Πιτυούντος, και όλες μαζί παράλληλες της λεωφόρου Ηρακλείου. Εκείνο όμως που με τράβηξε περισσότερο ήταν ο τύπος της μονώροφης κατοικίας, εκείνα τα ισόγεια σπίτια που ήταν άλλοτε το σήμα κατατεθέν στις γειτονιές της Αθήνας.
Λίγα τέτοια σπιτάκια, βέβαια, έχουν απομείνει στη Ριζούπολη, αλλά χωρίς καμία αμφιβολία σώζονται αρκετά, τόσα τουλάχιστον που μπορούν να βοηθήσουν το έργο της φαντασίας. Στην οδό Πιτυούντος και στα πέριξ υπάρχουν κάποια. Στον αριθμό 26 είδα μια ιδιαίτερα ατμοσφαιρική μονοκατοικία, υπερυψωμένη, με μαντεμένια είσοδο, σε εκείνη τη συνοικιακή έκδοση μιας λαϊκότροπης αρ ντεκό, με καμινάδα τσίγκινη σαν τους πήλινους φλάρους της Σίφνου. Ηταν όμως κλειστή, δεν έδειχνε να έχει ζωή… Απεναντίας, στον αριθμό 41 της Πιτυούντος, μια ανακαινισμένη μονοκατοικία, σωστό νοικοκυρόσπιτο, ανέδιδε ευωδιές αστικής φροντίδας και ευζωίας με θερμά χρώματα τερακότας.

Προς την αρχή της οδού Πιτυούντος σε επαφή με τις νησίδες πρασίνου και τη γερασμένη βιομηχανική κληρονομιά, μικρές συστάδες σπιτιών δίνουν το μέτρο της παλιάς Ριζούπολης, στη σκιά της «Θερμίδος». Σταμάτησα με συγκίνηση στα σπιτάκια ανάμεσα στις οδούς Καρκησίας και Βόλβης, μονώροφα με αυλές, που φαντάζομαι άλλοτε θα έσφυζαν από ζωή, με λεμονιές και μυρωδικά, αυλόπορτες, ηλιόλουστα δωμάτια, που τώρα τα έβλεπα μισοσκότεινα μέσα από θεόκλειστα παράθυρα, με ποιος ξέρει με τι απομεινάρια αλλοτινής ζωής σκορπισμένα και ξεχασμένα μέσα σε ερμάρια και συρτάρια, σε πιατοθήκες, σε πατάρια… Εκείνη η ζωή όρισε έναν τρόπο διαβίωσης, έβλεπα τώρα τα απομεινάρια της, σε μια στροφή του χρόνου, και σε λίγο περπατούσα στην Ηρακλείου και το Β΄ Νεκροταφείο φάνταζε από μακριά σαν πάρκο…

