ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Τα χρώματα του κύβου
Σταθμοί της ελληνικής πεζογραφίας 1866-2023
εκδ. Πατάκη, 2025, σελ. 424
Διαβάζοντας την καινούργια μελέτη του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, αυτού του εξέχοντος κριτικού των ελληνικών γραμμάτων, με συναρπάζει η λαχτάρα του να επιστρέψει σε παλαιότερες αναγνώσεις για να ελέγξει την αντοχή τους στον χρόνο. Αυτή η λαχτάρα είναι η κινητήριος δύναμη της κριτικής, η ακατασίγαστη αγωνία αν το βιβλίο που προκρίνει στη συγχρονία έχει εχέγγυα για τη διαχρονία. Μετά το τεράστιο σε όγκο, σημασία και μόχθο έργο του «Η κίνηση του εκκρεμούς», όπου διερευνούσε την ταλάντωση της ελληνικής λογοτεχνίας ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό το διάστημα 1974-2017, ο Χατζηβασιλείου απλώνει τώρα χρονικά την έρευνά του από το 1866 μέχρι το 2023, περιορίζοντας τις αναφορές του.
Τα ανθολογημένα έργα λειτουργούν ως ενδείξεις ευρύτερων τάσεων. Εκείνο που προεξάρχει στις αναλύσεις είναι ο ενθουσιασμός του συγγραφέα για τα έργα που διαπλέουν πλησίστια τον χρόνο. Για παράδειγμα, δεν κρύβει τη χαρά του, όταν ξαναδιαβάζοντας το «Κοινόβιο» του Μάριου Χάκκα, διαπιστώνει ότι συμφωνεί απολύτως με τον νεανικό εαυτό του. «Διαβάζοντας […] τώρα εκ νέου τον Χάκκα, συνειδητοποιώ περιχαρής πως η νεανική μου αίσθηση για το βάρος και τη σημασία του “Κοινοβίου” δεν έχει πάψει να ισχύει μέχρι και σήμερα». Μια προσωπική ανάμνηση θερμαίνει την εκ νέου ανάγνωση. Ανατρέχοντας στο σκηνικό της μυθοπλασίας, «στον Αϊ-Γιώργη τον Κουταλά της Καισαριανής», ο κριτικός θυμάται ότι έτσι ακριβώς έλεγε το τοπωνύμιο ο πατέρας του, όταν τα πρωινά της Κυριακής έκαναν εξορμήσεις στην περιοχή.
Oχι μόνον τα βιβλία, πρέπει και ο κριτικός να αντέξει στον χρόνο. Ο κριτικός κρίνεται, πέρα από την ποιότητα των αποτιμήσεών του, από την ικανότητά του να διατηρεί μια ζέουσα σχέση με τη λογοτεχνία. Παρά την πολυετή παρουσία του στην κριτική, ο Χατζηβασιλείου δεν έχει χάσει το πάθος για διάβασμα. Με χαρούμενη έκπληξη, λόγου χάριν, υποδέχεται την επανέκδοση των διηγημάτων του Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη (1882-1938), ενός ξεχασμένου πεζογράφου, που θα μπορούσε επάξια να ενταχθεί στον λογοτεχνικό κανόνα. Συγκινεί, επίσης, η θέρμη με την οποία περιβάλλει το εναρκτήριο έργο του Γιώργου Ιωάννου, τη συλλογή πεζών «Για ένα φιλότιμο», όπου εσωκλείονται οι κεντρικοί τόποι της κατοπινής πεζογραφίας του. Διατρέχοντας αναδρομικά τα πεζογραφήματα, επιβεβαιώνει ότι εγκιβωτίζουν τους αφηγηματικούς τρόπους και τους μηχανισμούς, που συνέχουν ολόκληρο το συγγραφικό του έργο.
Λίγοι συγγραφείς έχουν καταφέρει αυτό που κατάφερε ο Ιωάννου, να διαγράψουν από την αφετηρία μέχρι το τέλος έναν πλήρη και αρραγή κύκλο, επισημαίνει στην κατακλείδα ο Χατζηβασιλείου. Σε αυτούς ανήκει αναμφίλεκτα ο Αντρέας Φραγκιάς. Και εδώ η κατακλείδα φανερώνει με την ποιητική της διατύπωση τη συγκίνηση του κριτικού για την αντοχή των υλικών της πεζογραφίας τού Φραγκιά. Oπως τονίζει, με τις «δέουσες αφαιρέσεις» το έργο του Φραγκιά ζωντανεύει μπροστά μας έναν άχρονο εφιάλτη, «που χάρη στις πλαστικές αναλογίες της αλληγορίας και του συμβόλου είναι δυνατόν να εγκαταλείψει επιτόπου το δέντρο της καταγωγής του και να φυσήξει με την παγωμένη του ανάσα και στις κάθε άλλο παρά ευοίωνες πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα».
Ούτε ο ίδιος ο Χατζηβασιλείου θα φανταζόταν πόσο δίκιο έχει όταν γράφει ότι η «Λέσχη» του Στρατή Τσίρκα φτάνει στις ημέρες μας με «τις λιγότερες δυνατές ρωγμές και ρυτίδες». Λέει χαρακτηριστικά ότι η «Λέσχη», που «απεικονίζει σε πλήρη διάταξη τον σχηματισμό των πιονιών στην πολιτική και στη στρατιωτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής σε μια από τις κρισιμότερες φάσεις του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου», μπορεί εύκολα να βρει το ιστορικό της αντίστοιχο, «από τη σκοπιά της εποχής μας πλέον».
Ενα δώρο μαγικό
Στο προεισαγωγικό του σημείωμα ο Χατζηβασιλείου μιλάει για ένα δώρο που του είχε κάνει ο πατέρας του, όταν ήταν περίπου έντεκα χρονών. Στο «Βαλιτσάκι του μικρού ταχυδακτυλουργού» υπήρχε, μεταξύ άλλων, ένας «μαγικός» κύβος με οκτώ έδρες, διαφορετικού χρώματος. Σχεδιάζοντας το βιβλίο, θέλησε να του προσδώσει το σχήμα του παιδικού του παιχνιδιού, «ενός κυβοκτάεδρου», χρωματισμένου από τις διαδρομές της ελληνικής πεζογραφίας από τον 19ο αιώνα μέχρι τις ημέρες μας.
Αυτό ακριβώς εννοούσα σχετικά με την αντοχή του κριτικού βλέμματος, τη διάρκεια της λαχτάρας του, λαχτάρας εφάμιλλης με το άνοιγμα ενός δώρου, να αποζητά, είτε σε κιτρινισμένες σελίδες είτε σε πάλλευκες, ανέγγιχτες από τον χρόνο, την πολυχρωμία τους. Τα έργα του τόμου, τα οποία προτείνονται ως οιονεί αρχέτυπα, ο Χατζηβασιλείου τα προσεγγίζει με ματιά δοκιμασμένη και συνάμα αδογμάτιστη. Δεν φαίνεται τόσο να επιστρέφει σε αυτά, όσο να τα κοιτάζει από άλλη γωνία, για να ανακαλύψει τις ανύποπτες έδρες τους. Την περιέργειά του φλογίζει μια ακατάσβεστη αγάπη.

