H τραυματική σχέση με τον πατέρα, η ζωή του στην ασφαλιστική εταιρεία και τα πορνεία, τα ημερολόγια και τα σκίτσα, το άδοξο τέλος, πρώτα το δικό του και μετά της εβραϊκής οικογένειάς του την εποχή που δύουν οι μεγάλες αυτοκρατορίες και αναδύεται ο απολυταρχισμός: τι είναι πιο μυθιστορηματικό; Το έργο του Κάφκα ή η ζωή του, που κυριαρχεί στις τουριστικές ξεναγήσεις στην Πράγα κι εξακολουθεί να συναρπάζει ερευνητές και επισκέπτες της πόλης; Η «Μεταμόρφωση» ή η διάσωση του έργου του από τον φίλο του, Μαξ Μπροντ, κατά παράβασιν της δικής του επιθυμίας;
Οι περισσότεροι μελετητές του Κάφκα έχουν δει την ταινία της Ανιέσκα Χόλαντ για τη ζωή του. Η Κάρολιν Ντούτλινγκερ, καθηγήτρια Γερμανικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, τη βρήκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, επειδή «συνδέει τη ζωή του με την υστεροφημία του». «Είναι ακριβώς αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε στο ερευνητικό πρόγραμμα οι “Μετασχηματιστικές κοινότητες του Κάφκα”», λέει στην «Κ». Πρόκειται για ένα πρότζεκτ που επιχειρεί να οικοδομήσει ένα διεθνές δίκτυο γύρω από τον συγγραφέα και να μελετήσει τον τρόπο που αντιλαμβάνονται το έργο του διάφοροι λαοί και διάφορες μορφές τέχνης: από τον χορό και τον κινηματογράφο έως τα memes του ήρωα της «Μεταμόρφωσης», Γκρέγκορ Σάμσα, παγιδευμένου στο κρεβάτι του, που έγιναν viral στη διάρκεια της πρόσφατης πανδημίας.
Η Τσέχα δημοσιογράφος κι ερευνήτρια του έργου του Tζουντίτα Ματιασοβά, συγγραφέας της μελέτης «Τα ταξίδια του Φραντς Καφκα» από κοινού με τον φωτογράφο Γιαν Γίντρα, έχει ενστάσεις για την ταινία. Αυτό που της έκανε περισσότερο εντύπωση είναι ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στον τελευταίο έρωτα του Κάφκα. «Ηταν από την Πολωνία και το όνομά της ήταν Ντόρα Ντάιαμοντ. Ηταν πολύ ξεχωριστή για τον Κάφκα. Την άφηνε να είναι μαζί του όσο έγραφε και αυτό ήταν κάτι που δεν το επέτρεψε ποτέ σε καμία άλλη γυναίκα. Καταγόταν από πολωνική ορθόδοξη οικογένεια, αλλά ξέφυγε και μετακόμισε στο Βερολίνο. Το 1923 πήγε με μια ομάδα Εβραιόπουλων σε ένα καλοκαιρινό θέρετρο στη Γερμανία κι έτσι γνώρισε τον Κάφκα. Μέσα σε λίγες μέρες ερωτεύτηκαν τόσο πολύ ο ένας τον άλλον που ο Κάφκα αποφάσισε ότι θα εγκαταλείψει την Πράγα και θα μετακομίσει στο Βερολίνο. Εζησαν μαζί, ενώ δεν είχε συζήσει ποτέ ούτε με την αρραβωνιαστικιά του ούτε με κάποια άλλη κοπέλα. Και δυστυχώς, σε αυτή την ταινία δεν υπάρχει τίποτα για την Ντόρα. Οταν οι Τσέχοι δημοσιογράφοι ρώτησαν τη σκηνοθέτιδα γιατί δεν είναι μέρος αυτής της ταινίας, είπε ότι αυτή η ιστορία αγάπης ήταν απλώς μια διαφυγή από τον θάνατο». Η ίδια δεν συμμερίζεται αυτήν την ερμηνεία.
Κατά τη συγγραφή του βιβλίου για τα ταξίδια του, είδε πολλά κλισέ γύρω από την προσωπικότητά του να καταρρίπτονται. «Αρχίσαμε το έργο της καταγραφής των ταξιδιών του το 2003 μαζί με τον Γίντρα. Ανακαλύψαμε ότι υπάρχουν ακόμη πολλά μέρη που ο Κάφκα επισκέφθηκε κατά τη διάρκεια των διακοπών του, κατά τη διάρκεια των επαγγελματικών του ταξιδιών και αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε τα βήματά του. Εκανα πολύ εντατική έρευνα στα ταξιδιωτικά ημερολόγια και στις επιστολές, τις δικές του, των φίλων του και των μελών της οικογένειάς του. Μετά, βήμα βήμα, επισκεφθήκαμε 70 τοποθεσίες σε Τσεχία, Αυστρία, Γερμανία, Ελβετία, Ιταλία, Γαλλία, Σλοβακία. Ετσι αποδείχθηκε πως το στερεότυπο για τον Κάφκα, ότι ήταν συνέχεια στην Πράγα και ενδιαφερόταν κυρίως για τη λογοτεχνία, δεν ισχύει. Είχε επίσης πολλά χόμπι. Ενδιαφερόταν για τη ζωή στη φύση, που ήταν πολύ δημοφιλής εκείνη την εποχή. Ηταν αυστηρός χορτοφάγος. Ασχολιόταν επίσης με τον αθλητισμό. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι ήταν κάπως εύθραυστος και αδύναμος, αλλά το σώμα του ήταν στην πραγματικότητα πολύ πιο γυμνασμένο από αυτό των φίλων του από τους λογοτεχνικούς κύκλους. Ο Κάφκα συνήθιζε να πηγαίνει για μεγάλους περιπάτους στο πάρκο. Είχε επίσης το δικό του σκάφος, έκανε κωπηλασία, για την οποία χρειάζεται σωματική δύναμη. Είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τις σύγχρονες τεχνολογίες. Οταν ήταν στο Παρίσι, μία από τις πιο ζωντανές περιγραφές στο ταξιδιωτικό του ημερολόγιο είναι αυτή του παρισινού μετρό. Πώς είναι κατασκευασμένο και πόσο θορυβώδες είναι. Είναι πολύ παραστατικός ο τρόπος που το περιγράφει, κάτι πολύ χαρακτηριστικό για τα ταξιδιωτικά του ημερολόγια. Είχε φωτογραφική μνήμη. Οταν περιγράφει κάτι, σχεδόν βλέπεις αυτές τις εικόνες».

«Στη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος, ο Κάφκα ήταν αρχικά απαγορευμένος στην Τσεχοσλοβακία επειδή ήταν γερμανόφωνος Εβραίος και από αστική οικογένεια. Ετσι απαγορευόταν να εκδοθούν τα βιβλία του. Μετά τη σταδιακή αποκατάστασή του ο Κάφκα ήταν παντού, υπήρξε μια έκρηξη. Οταν ήμουν στο σχολείο, σε ηλικία 15 ή 16 ετών ο δάσκαλός μας έλεγε πως ήταν καταθλιπτικός τύπος, ότι είχε πολλά προβλήματα με τις γυναίκες. Διαβάζαμε τη “Μεταμόρφωση” ή τη “Δίκη” με αυτήν την προκατάληψη, ενώ στην πραγματικότητα αυτά τα κείμενα όταν τα διάβαζε στους φίλους του, γελούσε. Υπάρχουν αρκετά σημεία που είναι πολύ σαρκαστικά, με πολύ χιούμορ», λέει η Μιατοσοβά και συνεχίζει: «Πριν από μερικά χρόνια πήγα στην Αργεντινή και υπήρχε ένα φεστιβάλ με θέμα “Κάφκα και Μπόρχες”. Μου έκανε εντύπωση ότι ο Κάφκα δεν είναι απλώς γνωστός, αλλά οι άνθρωποι διαβάζουν τα βιβλία του και ξέρουν πραγματικά πολλά επειδή ο Μπόρχες ήταν φανατικός αναγνώστης του Κάφκα. Μίλησα με έναν οδηγό ταξί στο Μπουένος Αϊρες, κάποιον στο ξενοδοχείο ή στον φούρνο, και όλοι έλεγαν “ναι, φυσικά ξέρω τον Κάφκα”».
Και η Ντούτλινγκερ τονίζει την οικουμενικότητα της γραφής του Κάφκα, «που έχει αγγίξει αναγνώστες από διαφορετικά μέρη του κόσμου τον τελευταίο αιώνα. Δεν σχεδίαζε εκ των προτέρων αυτά που έγραφε, οπότε υπάρχει και μια αίσθηση αυθορμητισμού και απρόβλεπτου. Είναι κάτι που δεν σταματάει να με γοητεύει τα τελευταία 25 χρόνια. Ετσι, παρόλο που τα κείμενα του Κάφκα μπορεί να είναι αποπροσανατολιστικά, ακόμη και να προκαλούν σύγχυση, δεν είναι περίπλοκα ή δύσκολα με τη συμβατική έννοια. Νομίζω ότι οι αναγνώστες προσελκύονται από το μυστήριο του πώς ένας δικηγόρος σε ασφαλιστική εταιρεία, που ζούσε μια σχετικά ήσυχη ζωή, μπόρεσε να γράψει τόσο δυνατές ιστορίες».
Οταν κάποιος λέει στη Ματιασοβά ότι δεν της αρέσει ο Κάφκα, προσπαθεί να τον πείσει να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο έργο του. Του προτείνει να διαβάσει τα ταξιδιωτικά του ημερολόγια ή τα γράμματά του. «Οταν καταλάβει περισσότερα για τον χαρακτήρα του και τη ζωή του, τότε μπορεί να διαβάσει τα λογοτεχνικά του έργα. Επειδή νομίζω ότι έτσι είναι πολύ πιο εύκολο να γίνουν αντιληπτά, να εντοπιστούν π.χ. οι μικρές δόσεις μαύρου χιούμορ και σαρκασμού».
Η Ντούτλινγκερ συμφωνεί ότι η ζωή και η εποχή του φωτίζουν τη λογοτεχνία του. «Ο Κάφκα έζησε μέσα σε κοσμοϊστορικές αλλαγές, βλέποντας έναν παγκόσμιο πόλεμο, την παρακμή μιας αυτοκρατορίας (της Αυστροουγγαρίας) και την εμφάνιση του νέου κράτους της Τσεχοσλοβακίας. Η γενέτειρά του, Πράγα, ήταν μια δίγλωσση και πολυεθνική πόλη· ως γερμανόφωνος Εβραίος γνώρισε από νωρίς την εχθρότητα, ακόμη και τη βία, παράγοντες που σίγουρα τροφοδότησαν τη γραφή του. Γι’ αυτό και τα έργα του έχουν διαβαστεί ως προάγγελοι των καταστροφών του 20ού αιώνα, είτε πρόκειται για τον εθνικοσοσιαλισμό είτε για τον σταλινισμό. Η μεταθανάτια πορεία των γραπτών του –και ιδιαίτερα το σχεδόν θαυμαστό γεγονός ότι τα περισσότερα από αυτά διασώθηκαν– είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή την επικίνδυνη ιστορική διαδρομή. Η επιβίωση αυτή είναι αποτέλεσμα τόσο της τύχης και της συγκυρίας όσο και μιας εντυπωσιακής συνεργασίας πέρα από εθνικά σύνορα», επισημαίνει στην «Κ».
Εμπορευματοποίηση
Ρωτάω τη Ματιασοβά για τη βιομηχανία που έχει στηθεί στην Πράγα γύρω από τον Κάφκα: ξεναγήσεις, καφενεία, προϊόντα, πώς εξηγεί την εμπορευματοποίηση ενός συγγραφέα που δεν μπορεί να θεωρηθεί «εύκολος» ή «ευπώλητος»; «Μια φορά, πλήρωσα για αυτήν τη θεματική ξενάγηση σχετικά με τον Κάφκα. Ηταν μια τόσο αστεία εμπειρία, γιατί αναπαρήγαγε όλα τα στερεότυπα. Οπως ότι ήταν τόσο φτωχός, που δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά κάτι παραπάνω από ένα μικρό σπίτι στο Κάστρο της Πράγας. Η αλήθεια είναι ότι η αδελφή του Κάφκα, η Οτλα, είχε χριστιανό φίλο και χρειαζόταν κάποιο μέρος για ραντεβού. Ετσι νοίκιασε ένα μικρό σπίτι. Και όταν δεν ήταν εκεί, τότε πήγαινε ο Κάφκα, επειδή ήταν ένα ήσυχο μέρος και μπορούσε να συγκεντρωθεί στο γράψιμό του».

