Σκιάχτρα, μάγια και μαντείες

Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 1987. Ολόκληρη η χώρα ζεματάει από έναν πρωτοφανή, φονικό καύσωνα, ενόσω στη νύμφη του Θερμαϊκού οι υψηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την υγρασία κάνουν το κλίμα αποπνικτικό

3' 31" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΜΕΛΙΣΣΑ ΣΤΟΪΛΗ
Στους 44° υπό σκιάν
εκδ. Κίχλη, 2025 
σελ. 120

Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 1987. Ολόκληρη η χώρα ζεματάει από έναν πρωτοφανή, φονικό καύσωνα, ενόσω στη νύμφη του Θερμαϊκού οι υψηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την υγρασία κάνουν το κλίμα αποπνικτικό. Στη νουβέλα της Μελίσσας Στοΐλη η θερμοκρασία ανεβαίνει επικίνδυνα εξαιτίας ενός σφοδρού ρεύματος παράνοιας, που θολώνει την αληθοφάνεια της πραγματικότητας. Ο Αντρέας, ο κεντρικός ήρωας, νιώθει τα λογικά του κλονισμένα από μια δυσεξήγητη δυσφορία. Η κυρία Αννα, στο σπίτι της οποίας φιλοξενείται, ξεσπά σε υστερικά γέλια κάθε φορά που πληροφορείται κάτι δυσάρεστο. Η φίλη της η Μαγδαληνή ανησυχεί πως ο γιος της θα γίνει φονιάς. Eνας δυσοίωνος, αιωνόβιος γέρος στο απέναντι μπαλκόνι φαντάζει σαν στρεβλή, εφιαλτική αντανάκλαση του Αντρέα. Και σαν να μην έφταναν αυτά, εμφανίζεται ένας Κόκκινος Μάγος με πολλά μαχαίρια και δύο φίδια.

Τιτλοφορώντας τα επιμέρους επεισόδια της αφήγησης με φράσεις που προοικονομούν αλλόκοτες καταστάσεις, η Στοΐλη διαχέει στις σελίδες μια πνοή ιλαρότητας. Μολονότι τα αφηγηματικά πρόσωπα υποφέρουν από την ακραία ζέστη, δεν παύουν να δείχνουν κωμικά μέσα στην κακοπάθειά τους. Ο Αντρέας σκέφτεται ότι το κακό άρχισε όταν του επιτέθηκε ένας αιμοβόρος κόκορας, ξεσκίζοντας τις σάρκες του, που σημαδεύτηκαν από ουλές. Ισως, πάλι, η καταγωγή του κακού να πηγαίνει πίσω στον χρόνο, στο συφοριασμένο πατρικό του σε ένα χωριό της Χαλκιδικής. Εκεί κάποτε η «Μαλίκα απ’ το Χαρτούμ», ένα μέντιουμ ονόματι Λίτσα, είχε προφητεύσει στη μητέρα του μια σιβυλλική είδηση, που αποδείχτηκε μακάβρια. 

Την τελευταία εβδομάδα του πυριφλεγούς Ιουλίου, ο Αντρέας εργάζεται ως φροντιστής σε έναν περιοδεύοντα θίασο. Στις 26 Ιουλίου θα συμπεριληφθεί μαζί με την κυρία Aννα στον θίασο του Κόκκινου Μάγου. Συνεπώς, ο Αντρέας κινείται εντός ενός πεδίου παραίσθησης και εξαπάτησης. Μετεωριζόμενη ανάμεσα στη θεατρική αναπαράσταση, στην οφθαλμαπάτη και την ταχυδακτυλουργία, η αλήθεια χάνει την όποια αξιοπιστία της. Σε αυτό το πλανερό πλαίσιο δεν είναι παράξενο που ο ήρωας συναντιέται με πέντε γυναικείες ιπτάμενες μορφές σε ένα χωράφι με καλαμπόκια. Οι φασματικές γυναίκες δεν ήταν παρά σιδερένια σκιάχτρα, που απέσπασαν διαμιάς όλο τον τρόμο του. Aλλη μέρα θα αντικρίσει αιωρούμενα πλοία πάνω από τον Θερμαϊκό. 

Ενόσω οι θερμόπληκτες σοροί κατακλύζουν τα νεκροτομεία, ο μικρόκοσμος του Αντρέα γίνεται ολοένα πιο τραγελαφικός από την παρείσδυση σε αυτόν Φιλιππινέζων «ψυχοχειρουργών», ενός αγίου, «από τη φυλή των Κυνοκέφαλων που έτρωγαν ανθρώπους», του Χρήστου του Γαζωραίου, ενός μάντη ξακουστού σε ολόκληρο τον νομό Σερρών, αλλά και της «άκαυστης Μαίρης», της συζύγου του Κόκκινου Μάγου, που δροσιζόταν πάνω από ένα μαγκάλι με πυρωμένα κάρβουνα. Ωστόσο, παρά τις συσσωρευμένες φαιδρότητες, η Στοΐλη δεν ενδιαφέρεται να οδηγήσει τη μυθοπλασία σε πλήρη αποδιοργάνωση και σύγχυση ούτε να την εκτρέψει προς μια ανεξέλεγκτη φάρσα. Η έντονη κωμικότητα των γεγονότων δεν απαλείφει την υποβόσκουσα βία που ασκείται στα πρόσωπα. Βία εκ των ένδον, από εαυτόν εις εαυτόν. Ο Αντρέας, ο δυσοίωνος γέρος και η κυρία Aννα πάσχουν από υποδόρια τραύματα, που πρόσκαιρα βγαίνουν στην επιφάνεια, άλλοτε σαν ουλές, άλλοτε σαν παραλήρημα και άλλοτε σαν ξεκάρδισμα. Στον συγκερασμό του ιλαρού με το δραματικό, ο χειρισμός της Στοΐλη αποδεικνύεται μαεστρικός. 

Το ορμέμφυτο της βιαιοπραγίας είναι κρίσιμο ψυχολογικό στοιχείο των κεντρικών χαρακτήρων, απότοκο παλαιών κακοφορμισμένων πληγών. Ο Αντρέας, ο γέρος και η κυρία Αννα δείχνουν ενδοτικοί στο κακό, στην καταστροφή και την αυτοκαταστροφή, αν και ποτέ δεν αποτολμούν το έσχατο βήμα. Ο Αντρέας από τότε που απέδρασε από το πατρικό του ασφυκτιά σε κάθε τόπο, παραμένοντας ασύνδετος με τον περίγυρό του, ο γέρος, έρμαιο μιας εσωτερικής νόσου, αφοσιώνεται σε πρόβες ομολογίας νοερών φόνων, ενώ η κυρία Aννα, που μπουκώνεται με μαντίλια προκειμένου να ανακόψει τα ακατάσχετα χαχανητά της, δεν καταφέρνει να ξεριζώσει τη θλίψη από την ψυχή της. Oταν βλέπει τα κατάστικτα από μαχαιριές χέρια του Κόκκινου Μάγου, θυμάται την έλξη της για τα μαχαίρια. «Το ’χε σκεφτεί και η ίδια κάποιες φορές. Oταν η στενοχώρια γινόταν αφόρητη, έλεγε με τον νου της πως μπορεί, αν έκοβε το δέρμα της μ’ ένα μαχαίρι, να ’φευγε από εκεί ο πόνος, να ησύχαζε».

Δεν ήταν απαραίτητη η αίσια έκβαση της ιστορίας, δεν χρειαζόταν ένα δροσερό αεράκι να σαρώσει την παρανοϊκή ατμόσφαιρα. Θα ήταν προτιμότερο το μυθοπλαστικό καμίνι να αφεθεί να λιώσει τη διάκριση μεταξύ αλήθειας και πλάνης, διατηρώντας σε σημείο τήξεως τη διαταραχή της πραγματικότητας. Σε κάθε περίπτωση, η άνευρη κατάληξη δεν απομειώνει την αφηγηματική δεξιότητα της Στοΐλη, η οποία ελέγχει ευφυώς τις μεταβολές θερμοκρασίας στη μυθοπλασία της.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT