ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
«Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ»
εκδ. Μεταίχμιο, 2025
σελ. 250
Το να μελετά κανείς μια αλλότρια κουλτούρα είναι σαν να την αλλοιώνει, λένε, ενίοτε, οι ανθρωπολόγοι. Ο ήρωας του Βασίλη Γκουρογιάννη είναι ένας «πιστοποιημένος μαρξιστής παλιών αρχών» που φαίνεται να αμφιβάλλει για το δόγμα του, έτσι όπως αυτό φυλλορροεί προς κατ’ επίφαση σοσιαλιστικές ατραπούς. Αγωνιστής, δικηγόρος και συγγραφέας, στη δύση του βίου του, μοιάζει σαν πιστός που έχει πλέον αρχίσει να αποπροσανατολίζεται από τις Σειρήνες του νεοφιλελεύθερου αγνωστικισμού, ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιεί.
Πώς να κοιτάξει κανείς από τη θέση αυτή τον παλιό κόσμο; Πώς να μιλήσει για ένα ξεφτισμένο ιδανικό, χωρίς να καταστεί γραφικός ή βαρετός; Τα κιάλια του Βασίλι Τσιουκόφ –στρατηγού της ΕΣΣΔ και υπερασπιστή του Στάλινγκραντ– όπως θα αποκαλυφθεί προς το τέλος του μυθιστορήματος, δεν είναι καν κιάλια. Οι φακοί τους σπασμένοι, ανύπαρκτοι. Οι ευφάνταστες θεάσεις που προσέφεραν για χρόνια στον ιδιοκτήτη τους δεν ήταν παρά μια σκαλωσιά νοηματοδότησης της κομμουνιστικής ιδεολογίας σε έναν μετα-σοσιαλιστικό κόσμο. «Ο,τι είχες να δεις με τα κιάλια το είδες, τώρα άνοιξε τα μάτια σου να δεις με τα μάτια σου», θα του πει ο Χαρίλαος Φλωράκης σε μία από τις συναντήσεις τους στα ψηλά πατώματα της «Καλύβας του Φτωχού», όπως αποκαλεί ο ήρωας το «Σπίτι του Λαού» στον Περισσό.
Η πλοκή είναι προσχηματική: ένας αριστερός διδακτορικός φοιτητής προσεγγίζει τον ήρωα για να του ζητήσει ένα βιβλίο του. Ο τίτλος: «Καλά, εγώ σκοτώθηκα σταδιακά». Η αναφορά στο μυθιστόρημα του Χρόνη Μίσσιου εμφανής και, δυστυχώς, χονδροειδής. Το βιβλίο συνιστά μια εφ’ όλης της ύλης αναδρομή που όμως, πρωτίστως, υποτίθεται ότι συνομιλεί με το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου. Το «Κιβώτιο», ο ήρωας, «το έχει ακόμη μισοδιαβασμένο και κλεισμένο για ασφάλεια μέσα σε ένα μεταλλικό κιβώτιο πυρομαχικών της τότε εποχής». Διστάζει να ολοκληρώσει την ανάγνωση· φοβάται ότι προσεγγίζει μια αλήθεια που δεν τον βολεύει.
Αυτό το «Αριστα 0» που του προσάπτει η παλιά ερωμένη του, που δεν υπήρξε καν ακριβώς ερωμένη, είναι χαρακτηριστικό. Η σχέση του ήρωα με την πρώην προσομοιάζει σε κάτι από το ιδανικό του κομμουνισμού: μια βαθιά, σχεδόν ερωτική συνθήκη που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Το ερωτικό στοιχείο και η οικογένεια διαφεντεύουν το μυθιστόρημα: «Εμείς μπήκαμε στην άθεη καλογερική, οι κομμουνιστές δεν κάνουμε ούτε για αγαπητικοί ούτε για σύζυγοι. Κακοί είμαστε και στα δύο, παίρνουμε τις φαμίλιες μας στο λαιμό μας», θα του πει και πάλι ο Φλωράκης, αυτή τη φορά με λόγια που δεν είναι καν μυθοπλασία. Ο καημός του ορθοδόξου αριστερού είναι πάντα η πραγμάτωση της προσωπικότητας. Τον Αλεξάνδρου τον αποκαλεί Βασιλειάδη. Τον Λουντέμη, Μπαλάσογλου. Τα πραγματικά ονόματα δεν είναι συγκυριακή εμμονή.
Επιλέγω να διαβάσω σε αυτό τον ελιγμό τον απόηχο της κονιορτοποιημένης ατομικής υπόστασης απέναντι στη συλλογική ιερότητα του σκοπού της αταξικής κοινωνίας. Γιατί, τελικά, ο Γκουρογιάννης από εκεί πιάνεται για να αμφισβητήσει εκ των έσω τον κομμουνισμό: ο ήρωάς του, άκληρος, πεθαίνει «σταδιακά», πριν τον ληξιαρχικό του θάνατο, γιατί έχει θυσιάσει την προσωπικότητά του στον βωμό του κομμουνισμού.

Το κείμενο είναι τραχύ, αλλοπρόσαλλο και άνισο. Οι ακροβατικοί συγκερασμοί ετερόκλητων στοιχείων –για την τέχνη, τον Εμφύλιο, την πολιτική– δεν λειτουργούν παντού. Διακρίνονται αρκετές εύστοχες, ή όχι και τόσο, βλασφημίες προς τα τοτέμ της Αριστεράς, όπως διατυπώνονται και ουκ ολίγες αφοπλιστικές διαπιστώσεις, που, ομολογουμένως, διασκεδάζουν τον αναγνώστη με τις καίριες αιχμές τους. Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν σκληροπυρηνικό αριστερό, έναν σταλινικό, και μέσα από το βλέμμα του ασκεί αυτοκριτική στη μετεμφυλιακή «κουλτούρα» του κομμουνισμού. Ο Γκουρογιάννης, όμως, δεν είναι αριστερός. Γι’ αυτό και του προσάπτω τη διαπίστωση των ανθρωπολόγων. Είναι παρατηρητής της συγκεκριμένης ιδεολογίας εμφορούμενος από μυθοπλαστικες ανησυχίες: σαγηνεύεται, αλλά ως γνήσιος αστός την αλλοιώνει και τη λοιδορεί.
Η καυστική ειρωνεία του, όμως, σταδιακά, παρά τις όποιες αμετροέπειες ύφους και περιεχομένου, σε κερδίζει, γιατί ο συγγραφέας δεν διστάζει να εξυψώσει τον συντηρητισμό του έρωτα και της τεκνοποίησης σε καταστατικό προοδευτισμό.
Ο Θανάσης Βαλτινός ένιωθε τύψεις για τη γενεσιουργό αιτία της «Καθόδου των Εννιά». Υπήρξε τόσο συνεπής στο έργο του, έτσι ώστε ακόμη και ένα κείμενο που διέθετε τα εχέγγυα ιδεολογικού αφηγήματος, είχε στηθεί πάνω στα συντρίμμια μιας ερωτικής απογοήτευσης. Το προσωπικό, δηλαδή, το είχε μεταγράψει ως ιδεολογικό. Η υψηλή τέχνη ερείδεται ακριβώς πάνω στη βαθιά ταύτιση ηθικού (ιδεολογικού) και αισθητικού. Ο Βαλτινός έβλεπε στη στιγμή, στο αισθητικό θραύσμα, το όλον, με τον ίδιο τρόπο που στην ηθική του, στην πολυπρισματικότητα του γενικού, έβλεπε τη μονάδα – τον άνθρωπο.
Ο Γκουρογιάννης, παρά τις όποιες αντιρρήσεις μου, με πείθει ότι πράττει κάτι παρόμοιο, κι ας μην είναι ούτε Βαλτινός ούτε Αλεξάνδρου. Κι ας μην είναι, δηλαδή, ούτε Σπανός ούτε Βασιλειάδης.

