Απ’ όλες τις συναντήσεις μας με τον Γιώργο Μαρίνο –του άρεσε πάντα να ’ναι μια-δυο ώρες πριν από τα μεσάνυχτα–, θυμάμαι εντονότερα την εικόνα του ένα ζεστό βράδυ του Αυγούστου, πολλά χρόνια πριν, στο σπίτι του στον Νέο Βουτζά. Ακόμη και τα σκυλιά του –λιγότερα πια από 20–, ήταν απαθή από τον καύσωνα στη μεγάλη βεράντα. Εκείνος αγνώριστος, με ένα χαριτωμένο κασκέτο και το μούσι, παιδευόταν με ένα λάστιχο ποτίσματος.
Αφορμή ήταν η συμμετοχή του στην ταινία του Ν. Περάκη «Προστάτης οικογενείας» και η επιστροφή του στα τηλεοπτικά πλατό. Η απραξία δεν του άρεσε ποτέ, ήθελε να είναι μέσα στα πράγματα, κυρίως να τον θυμούνται. Ετσι άλλωστε είχε μπει στην τηλεόραση, που έως τότε περιφρονούσε, κατά τα λεγόμενά του, παρότι της αφέθηκε. Δεν άντεχε το σιωπηλό τηλέφωνο και έτσι προτίμησε τη δίνη της και το «Ciao Antenna». «Δεν έγραφαν τίποτα για μένα, ξέρεις τι θλιβερό είναι αυτό;».
Ισως γιατί είχε καταλάβει εγκαίρως ότι κι αυτό που ο ίδιος έκανε στη σκηνή της «Μέδουσας» με την οποία είχε συνδεθεί από το 1973 έως το 1992, ήταν πια παρελθόν. Η πίστα άλλαζε, η νύχτα μεταλλασσόταν, το λάιφ στάιλ της εποχής όριζε νέους κανόνες και το κοινό γλυκαινόταν με την ξιπασιά. Ο χώρος δεν είχε τη δίψα και την ατμόσφαιρα των μπουάτ, ούτε τη χαρά που σε τύλιγε κατεβαίνοντας τη μεγαλόπρεπη σκάλα στη «Μέδουσα», που ήταν τόπος συνάντησης και πολλών καλλιτεχνών όταν έκλειναν τα θέατρα.
Ολοι μιλούσαν για τον μεγάλο σόουμαν και επιζητούσαν την προσοχή του. «Κουβέντες στην τύχη για κάποιον Μαρίνο/ που κάνει τον κλόουν και τον θεατρίνο», έγραψε στο τραγούδι του «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα» το 1976 για εκείνον ο Λ. Παπαδόπουλος. Ο Μαρίνος ήθελε να τον λένε «διασκεδαστή». Το θύμιζε και σε κάθε συνέντευξή μας, όπως επίσης ότι δεν ήταν ακριβώς ηθοποιός, ούτε ακριβώς τραγουδιστής. Οσο περιοδικά και κοινό δεν μπορούσαν κάπου να τον κατατάξουν, ο ίδιος απολάμβανε να τσαλαβουτά επιτυχημένα παντού.
Εκείνο το εξομολογητικό απόγευμα έλεγε ότι στη ζωή του γεύτηκε περισσότερη επιτυχία απ’ όσο φανταζόταν. Το 1961 έπαιξε για πρώτη φορά στην επιθεώρηση του Αλέκου Σακελλάριου «Ωπα, ώπα» ερμηνεύοντας το «Αρχιπέλαγος» του Μίκη Θεοδωράκη με σολίστες τον Χιώτη και τη Λίντα. Πώς ένιωθε: «Αισθανόμουν ότι ήμουν η Κάλλας στη σκηνή».
Ομως, ήταν το 1962 που ξεχώρισε στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι στο «Μετροπόλιταν», σπουδαστής ακόμη στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Υπήρχαν, έλεγε, «τρομαχτικές προκαταλήψεις, πολλά απαγορευτικά». Περιέγραφε τον εαυτό του σαν «ένα περίεργο άτομο για την κοινωνία και ιδιαίτερα για ένα άτομο στην πίστα αργότερα». Η παρουσία του στη σκηνή ήταν μικρή, αλλά η ερμηνεία του καθοριστική στο «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά/ κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά». Ηταν ένα μοναχικό, ωραίο αγόρι που λαχταρούσε να ξεχωρίσει.
Επειτα ήρθαν η «Κατακόμβη» και τα «Ταβάνια» στην Πλάκα, η εποχή των μπουάτ και των τραγουδιών του Νέου κύματος, οι συνεργασίες με τους Γ. Σπανό, Π. Μάτεσι, Κ. Μητροπούλου, Ν. Δανίκα, Ανδρ. Αγγελάκη, Κ. Βίρβο, Λ. Παπαδόπουλο κ.ά. Ολα όσα έθεσαν τις βάσεις για το εγχείρημα «Μέδουσα».
Πάντα φοβόταν το κοινό που δεν τον γνώριζε, πώς θα τον δεχτεί. Και όταν τελείωνε στο καμαρίνι του, λουσμένος στον ιδρώτα, άλλοτε στο κλάμα, λυγισμένος από την αγωνία μήπως και δεν άρεσε, υπέφερε και απολάμβανε τα επιτυχημένα βράδια που πλήθαιναν.
Ο Γιώργος Μαρίνος ήταν κάτι περισσότερο από διασκεδαστής. Είτε τραγουδούσε Μάνο Χατζιδάκι, Παύλο Μάτεσι, Σταμάτη Κραουνάκη, Λίνα Νικολακοπούλου, είτε Ακη Πάνου («Ηπια τα χείλη σου και χάνομαι»), είτε τα σατιρικά του ακόμη και τα πιο ρηχά, τα σφράγιζε με βαθύ αίσθημα. Συγχρόνως σατίριζε με χαρισματικό ταμπεραμέντο πρόσωπα, καταστάσεις αλλά πάνω απ’ όλα αυτοσαρκαζόταν. Δεν ήταν μίμος με εύκολους «στόχους» στην πλατεία, αλλά με τις παρλάτες του τολμούσε στη σκηνή.
Πάντα φοβόταν το κοινό που δεν τον γνώριζε, πώς θα τον δεχτεί. Και όταν τελείωνε στο καμαρίνι του, λουσμένος στον ιδρώτα, άλλοτε στο κλάμα, λυγισμένος από την αγωνία μήπως και δεν άρεσε, υπέφερε και απολάμβανε τα επιτυχημένα βράδια που πλήθαιναν.
Στο τηλεοπτικό σόου, αν και το αντιπαθούσε έως τότε, έλεγε «έγινα λαϊκός σταρ». Κάτι ανάλογο είχε νιώσει το ’80 όταν τραγούδησε «Κάνε μου λιγάκι μμμ», σουξέ που ομολογούσε, «δεν εκτιμώ καθόλου» και ας το έγραψε η Νινή Ζαχά. Και ξαναγύρισε στο θέατρο, όταν τον κάλεσε ο Γιώργος Μιχαηλίδης στο δεύτερο ανέβασμα της «Λούλου» του Βέντεκιντ. Ετρεμε, «αλλά τσαλακώνομαι».
Τα παιδικά χρόνια
Δεν μεγάλωσε εύκολα. Στον απόηχο του Εμφυλίου, στον Βοτανικό, όπου γεννήθηκε το 1939 με πατέρα εξόριστο κομμουνιστή στη Μακρόνησο, πολιτικό μηχανικό, πώς να πείσει ότι ποθούσε να γίνει ηθοποιός. «Ημουν ένα παιδί θλιμμένο, στενοχωρημένο, πικραμένο». Στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου ανακάλυψε το δικό του όνειρο μαζί και φίλους.
Το τυλιγμένο στη μοναξιά μοναχοπαίδι που γνώρισε τον πατέρα του στην εφηβεία, διψούσε για τρυφερότητα και αποδοχή, αντί να κλειστεί εσωτερικός στο σχολείο για δύο χρόνια. Ο κινηματογράφος ήταν διέξοδος τότε. Το «Δρομάκι του Παραδείσου», την πρώτη ταινία που είδε με την Ελένη Χατζηαργύρη και τον Νίκο Χατζίσκο, τη θυμόταν πάντα. Οταν έσβηναν τα φώτα, χανόταν στις ασπρόμαυρες εικόνες της μεγάλης οθόνης. «Πίστευα ότι η ζωή είναι κάτι μεταξύ Ερολ Φλιν και Λάνα Τάρνερ». Πάθη, έρωτες, φιλιά, δάκρυα, αλλά «δεν σκεφτόμουν ότι, αν συνέχιζε η Σκάρλετ Ο’ Χάρα με τον Ρετ Μπάτλερ, κάνοντας αμέτρητα παιδιά, θα ’ταν όλα πολύ κοινά».
Αργότερα έζησε και ο ίδιος μεγάλους κινηματογραφικούς έρωτες, με πάθος, «αλλά δεν ήμουν πάντα πιστός. Ντρέπομαι που το λέω», ακούγεται να λέει στην ηχογράφηση και με πιάνουν τα γέλια όσο ξανακούω την κασέτα. Αυτό ήταν ο Γ. Μαρίνος, γέλιο, γλύκα, αίσθημα και συγκίνηση μαζί.
Ο Δημήτρης Χορν και ο Μάνος Χατζιδάκις άλλαξαν τη ζωή του. Πλάι τους ασκήθηκε στην αυθεντική κουλτούρα αλλά και την αγωγή και την αληθινή ευγένεια. Είχε διαβολικό χιούμορ ο Γιώργος Μαρίνος. Και ήταν εξαιρετικός οικοδεσπότης. Κύριος σε όλα. Τα βράδια που το μεγάλο σαλόνι γέμιζε από φίλους, όπως ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Στάμος Σέμσης, ο Σταμάτης Σπανουδάκης, ο Γιώργος Χατζιδάκις – Θεοφανόπουλος που του έγραψε και ένα ωραίο τραγούδι, ο Μαρίνος ξεδίπλωνε όσα έζησε μέσα από μικρές αυτοσχέδιες αυτοσαρκαστικές παρλάτες της στιγμής. Πάντα ήταν τριγυρισμένος από φίλους, ωστόσο ήταν βαθιά μοναχικός.
Υπερπροστατευτικός με τη μητέρα του Βασιλική, που έμεινε στο ισόγειο του σπιτιού του έως το τέλος της ζωής της, με κάθε αδέσποτο –ειδικά τα σκυλιά–, λάτρευε τα λουλούδια στον κήπο του και ιδιαίτερα τις αζαλέες. Στο ησυχαστήριό του δεν έμοιαζε σε τίποτα με τον εκρηκτικό σόουμαν της σκηνής. Ηταν τρυφερός, ευάλωτος.
Από το σανίδι στην πίστα
Ελεγε ότι στο θέατρο που αγάπησε μικρός, είδε συντηρητισμό και σοβαροφάνεια. Ετσι έβαλε στόχο την πίστα. Βέβαια, αυτό που πρότεινε το 1965, περιείχε και το θέατρο. Η εποχή εξακολουθούσε να είναι δύσκολη απέναντι στη σεξουαλική του ταυτότητα. Τα πρώτα χρόνια τού πετούσαν νεράντζια στον δρόμο, αλλά δεν λύγιζε. Στο κοινό ήταν σαφής από την αρχή. «Δεν το έκρυψα. Γι’ αυτό με αγαπούν, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν μαζί μου». Τολμηρός; «Και γενναίος», είχε προσθέσει στην κουβέντα μας. «Κανένας δεν το ομολογούσε τότε, ούτε ένας. (…) Σήμερα δεν ενδιαφέρει κανέναν. Η κοινωνία άλλαξε. Αλλωστε είμαι ακίνδυνος», μου είχε πει σε συνέντευξή μας στη Μadame Figaro. Σε συζητήσεις μας για την «Κ» τόνιζε πάντα ότι «η ζωή μου όλη ήταν μια προσπάθεια να επιβιώσω μέσα στη μοναξιά μου». Και όταν έπαιξε στον Μικρό Κεραμεικό το 2006 στην παράσταση «Μαρίνος Αcademy», αναφέρθηκε σε προσωπικές κρίσεις από ψευδαισθήσεις, έρωτες που έσβησαν, τον θάνατο της μητέρας του, τον χρόνο που τον άλλαζε όπως όλους μας, ενώ εκείνος, νέος, ήταν «ένα πολύ ωραίο αγόρι». Στον Μικρό Κεραμεικό, τον υποβολέα που είχε στην άκρη της σκηνής κάποια βράδια, γιατί ξεχνούσε μέρη από την πρόζα, τον έκανε μέρος της παράστασης. Δεν κρυβόταν. Αντιθέτως, βιαζόταν να προλάβει για να μην ξεχάσει.
«Δεν θέλω να με δεις έτσι»
Το 2012 στη ζωή του εισέβαλε ο φόβος όταν ληστές «χτύπησαν» το σπίτι του. Η οικονομική κρίση τον είχε αγγίξει και εκείνον. Λίγο αργότερα και ενώ βρισκόταν σε έναν οίκο ευγηρίας στον Γέρακα, ανυπομονούσε να πουλήσει το σπίτι που ήταν πάντα το καταφύγιό του. Τον ρώτησα αν θέλει να τον επισκεφθώ. «Δεν θέλω να με δεις έτσι. Ξέρεις ότι ήμουν πάντα φιλάρεσκος». Το απέφυγε.
Θυμάμαι εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ που φορούσε το κασκέτο και τον παρακάλεσα να το βγάλει, να τον δω χωρίς το περουκίνι που επέμενε να φοράει γιατί ήθελε να θυμίζει το όμορφο αγόρι που αγάπησε πολύ και αγαπήθηκε ακόμη περισσότερο. Ηταν τόσο ωραίος με τις ρωγμές του χρόνου. Κυρίως με μια έκφραση βαθιά ανθρώπινη.
Η εποχή ήταν δύσκολη απέναντι στη σεξουαλική του ταυτότητα. Τα πρώτα χρόνια τού πετούσαν νεράντζια στον δρόμο, αλλά δεν λύγιζε. Στο κοινό ήταν σαφής από την αρχή. «Δεν το έκρυψα. Γι’ αυτό με αγαπούν, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν μαζί μου».
Ο Γ. Μαρίνος τραγούδησε τόσο αισθαντικά το «Ηθοποιός σημαίνει φως», αλλά η μπαλάντα των Νίκου Δανίκα – Λευτέρη Παπαδόπουλου ήταν η εικόνα της ζωής του, ένα ψυχογράφημα.
«Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα/ η αίθουσα τούτη θ’ αδειάσει/ και κει στα τραπέζια τα πρώτα/ θα ’ρθει η ερημιά να κουρνιάσει/ (…) Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα/ Κι εγώ ο πολύς ο σπουδαίος/ θα φύγω απ’ την πίσω πόρτα/ σκυφτός, σιωπηλός, τελευταίος/…».

