ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ
Επί σκοπώ πλουτισμού
εκδ. Πόλις, 2026
σελ. 208
Μια μέρα ένας άνδρας μονήρης, που ζει σε μια αθηναϊκή συνοικία παρέα με τον σκύλο του, δέχεται μια ανύποπτη κληρονομιά. Ενας άγνωστος ηλικιωμένος άνδρας, που ψυχομαχεί σε νοσοκομείο, του κληροδοτεί την περιουσία του και μαζί ένα αλγεινό παρελθόν. Ο ετοιμοθάνατος Δημοσθένης Σαρίκας ομολογεί στον κληρονόμο του ότι το 1951 δολοφόνησε τον παππού του, τον Γεώργιο Ασλανίδη, συνεργάτη των Γερμανών, που μεταπολεμικά έμεινε ατιμώρητος. Ο Γιώργος, ο αφηγητής του μυθιστορήματος, που δεν γνώρισε ποτέ τον παππού του, νιώθει την καθησυχαστικά μονότονη ζωή του να συντρίβεται.
Κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος της Ελισάβετ Χρονοπούλου είναι το συλλογικό άγος για την ατιμωρησία των δωσιλόγων. Απορώ για την επιλογή της να διεξέλθει το ζήτημα του δωσιλογισμού, τόσο πολυδιηγημένου και από τόσο κορυφαίες προσωπικότητες, όπως ο Ανδρέας Φραγκιάς και ο Αλέξανδρος Κοτζιάς. Από τότε ο κόσμος έχει γυρίσει ανάποδα αμέτρητες φορές μέχρι και σήμερα, που στέκεται στο χείλος ενός γενικευμένου ολέθρου. Σε κάθε περίπτωση, η Χρονοπούλου δεν έρχεται να κομίσει κάτι καινοφανές στα χρονικά της Κατοχής, ούτε λογοτεχνικά ούτε ιστοριογραφικά.
Το μυθιστόρημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιστορική μεταμυθοπλασία, στο μέτρο που η συγγραφέας μετέρχεται κάθε λογής μεταμοντέρνα τερτίπια για να συγκεράσει τον μύθο με το ιστορικό ντοκουμέντο. Η αφήγηση του Γιώργου διακόπτεται από τις ημερολογιακές καταγραφές του Σαρίκα, ο οποίος εξιστορεί την καταστροφή της οικογένειάς του από τον Ασλανίδη, υπεύθυνο για τη δολοφονία της αδελφής του Αμαλίας, μέλους της ΕΠΟΝ. Οι δύο πρωτοπρόσωπες εξιστορήσεις εμπλουτίζονται από τα γοερά ποιήματα της Αμαλίας, από τα ανορθόγραφα γράμματα που της έστελνε η Λιλή, επιστήθια φίλη της και κατοπινά σύζυγος του Ασλανίδη, από μια υπηρεσιακή επιστολή σε εθνικόφρονα καθαρεύουσα, από τη νομιμόφρονα απαντητική επιστολή του πατέρα της Αμαλίας, από μια προκήρυξη της αντιστασιακής οργάνωσης «Λεύτερη Νέα» σε κομμουνιστικό συντακτικό και από τα υποτιθέμενα πρακτικά της δίκης του Ασλανίδη σε δικανική ιδιόλεκτο.
Χρειάζεται οπωσδήποτε πολύς συγγραφικός κόπος για να εγκεντρίσεις ενδιαφέρον σε μια χιλιοειπωμένη ιστορία. Ας τονίσω εδώ πως δεν θεωρώ το ζήτημα ασήμαντο. Κάθε άλλο. Δεν καταλαβαίνω, όμως, προς τι μια ακόμα επανάληψη. Κάτι που τραβάει την προσοχή είναι η βαθμιαία και προσφυώς αποδοσμένη ταύτιση του αφηγητή με τον κληροδότη του. Η παρουσία του στο κρεβάτι του ετοιμοθάνατου Σαρίκα, όπου αίφνης τον συγκινεί η πρωτόγνωρη για εκείνον θαλπωρή της εγγύτητας, καθώς και η μετακόμισή του στο σπίτι του τεθνεώτος, δημιουργούν την ιδανική συνθήκη για τη μέθεξη των ταυτοτήτων των δύο ανδρών. Βοηθούντος του Σαρίκα ο αφηγητής βγαίνει από το σπίτι του για να αντικριστεί με την Ιστορία.
Ο κρισιμότερος σύνδεσμος ανάμεσα στους δύο άνδρες είναι η Λιλή, η γιαγιά του αφηγητή, από χρόνια νεκρή. Διαβάζοντας το ημερολόγιο του Σαρίκα, ο Γιώργος παλεύει να διασώσει την αγάπη του για τη γιαγιά του, ενόσω ταυτόχρονα νιώθει απέραντη τρυφερότητα για την Αμαλία, που δολοφονήθηκε με φρικτό τρόπο στα δεκαεφτά της. Βέβαια, στη μυθοπλασία η πολλή αγάπη καταλήγει μελόδραμα. Για παράδειγμα, πέρα από οικτρά συναισθηματική είναι και αναχρονιστική η σκηνή όπου ο αφηγητής εύχεται να μπορούσε να κρατήσει από τη μέση την Αμαλία για να χορέψουν. «Για να τη σηκώσω ψηλά όταν θα χορεύαμε ροκ εν ρολ». Σημειωτέον ότι ο Γιώργος έχει γεννηθεί το 1977. Μάλλον εκείνη τη στιγμή είχε ήδη πλήρως μετουσιωθεί στον ενενηντάχρονο Σαρίκα.
Με εξίσου ανοικονόμητη δραματοποίηση ο αφηγητής ξεστρατίζει από το ημερολόγιο για να θυμηθεί τη ναρκομανή μητέρα του. Απολύτως περιττό κομμάτι, ενδεικτικό ωστόσο της προσκόλλησης του αφηγητή στην παιδική του ηλικία, με συνέπεια συχνά το βιβλίο να παραμορφώνεται σε παιδικό λυπητερό παραμύθι. Οταν, λόγου χάριν, σκέφτεται τη γιαγιά του, τον παίρνουν τα κλάματα. «Τα παιδικά μου κλάματα, αυτά που μόνο εκείνη μπορούσε να παρηγορήσει, ακόμα και νεκρή». Κλάμα πολύ αναβλύζει και από τη συνειδητοποίησή του πως οι λίρες του Ασλανίδη είχαν φτιάξει τη ζωή του.
Την απορία για τη θεματολογική επιλογή της συγγραφέως επιτείνει το επίμετρο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, ερευνητή του δωσιλογισμού, ο οποίος μας εξηγεί αναλυτικά, σαν να μην αρκούσε η μυθιστορία ή η ιστορική μνήμη, πως στην Κατοχή υπήρχαν συνεργάτες των Γερμανών που διέπρατταν εγκλήματα «επί σκοπώ πλουτισμού». Η σύζευξη της ιστοριογραφικής γνώσης με έναν συγκροτημένο μύθο έχει κρυσταλλωθεί σε κλασικά λογοτεχνικά έργα. Το πρόβλημα με το βιβλίο της Χρονοπούλου είναι αφενός πως επαφίεται σε έναν προσχηματικό μύθο και αφετέρου πως η ενσωμάτωση του ντοκουμέντου στην αφήγηση μένει σε ένα έκτυπα τεχνητό επίπεδο. Το πολυσυλλεκτικό της εγχείρημα απολήγει εντέλει μια άσκοπη κατασκευή.

